X

Ένα όνειρο με τον Schumacher…

Αυτά τα 4μιση χρόνια που ο Michael Schumacher δίνει τον μεγαλύτερο αγώνα της ζωής του, αρνούμαι πεισματικά να γράφω για εκείνον. Συνολικά 4-5 φορές το έχω κάνει κι αυτό εκφράζοντας συναισθήματα, σκέψεις, αντίδραση στην καπηλεία του ονόματός του από κάθε τυχάρπαστο καραγκιόζη στο βωμό των κλικ. Όσοι με διαβάζετε σταθερά ή με ακολουθείτε στα social media, το γνωρίζετε καλά. Αυτό το κείμενο δεν αλλάζει τίποτα από τα παραπάνω. Κάθε άλλο.

ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΣΕΪΤΑΝΙΔΗ (instagram.com/SeitanF1)

Δεν έχουμε τίποτα καινούριο να πούμε για την πορεία της αποθεραπείας του, την πραγματική κατάσταση της υγείας του. Είδηση… μηδέν! Θα μοιραστώ όμως μαζί σας το όνειρο που είδα χθες βράδυ. Ή καλύτερα ξημέρωμα. Και πόσο αυτό με επηρέασε γιατί είμαι σίγουρος πως κάποιοι από εσάς θα νιώσετε μέσα σας ότι κι εγώ.

Η εισαγωγή είναι λίγο θολή πια στη σκέψη μου. Είμαι σε χώρο αεροδρομίου, έχει έρθει ένα αεροπλάνο, φημολογείται πως είναι μέσα ο σπουδαίος Schumi. Προφανώς υπάρχει πολύς, πολύς κόσμος που ελπίζει να είναι αλήθεια και να δει τον Γερμανό οδηγό όρθιο. Να πατά γερά στα πόδια του. Επιτέλους.

Είμαι σε όροφο, με θέα όχι από την πλευρά της πόρτας εξόδου από το αεροπλάνο. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως υπάρχει κινητικότητα. Χωρίς να είναι σαφής η εικόνα, μία μοτοσυκλέτα απομακρύνεται, δύο άνθρωποι είναι πάνω στη σέλα, με κράνη. Πατώ παρατεταμένα το κουμπί της φωτογραφικής μου μηχανής, πιάνω καρέ-καρέ την κίνηση. Η κορμοστασιά θυμίζει τον Michael που ξέραμε αλλά πως να πεις ότι είναι αυτός;

Επειδή στον ύπνο μου τα μαύρα τα μεσάνυχτα είμαι καλύτερος ρεπόρτερ απ’ ότι τη μέρα και στην πραγματικότητα, έχω μία σκέψη για το που μπορεί να κατευθύνεται. Φυσικά αυτή τη στιγμή δεν έχω ιδέα τι ήταν αυτό το μέρος. Πάω όμως εκεί και περιμένω απ’ έξω. Μόνος μου. Έχω αποσπαστεί από τις ορδές των παπαράτσι, των δημοσιογράφων, των τηλεοπτικών συνεργείων. Ίσως να τον έχουν «αιχμαλωτίσει» κάπου και να τα χάνω όλα.

Αλλά επιμένω, για λόγους άγνωστους ένιωθα σιγουριά πως θα είναι εκεί. Και λίγο αργότερα, δεν το πιστεύω, βγαίνει βιαστικά από την πόρτα. Περπατώντας. Είναι όχι απλά ζωντανός, όχι απλά όρθιος αλλά είναι ακριβώς όπως τον θυμάμαι. Ή όπως θα ήθελα να τον θυμάμαι.

Πάω ενστικτωδώς να σηκώσω τη φωτογραφική μηχανή αλλά δεν προλαβαίνω. Με πιάνουν κλάματα, διάολε είναι αυτός. Είναι ο Michael. Είναι όρθιος. Δεν ξέρω ποια είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσα βλέπεις στον ύπνο σου και πόσο αυτά επηρεάζουν πραγματικά το υποσυνείδητό σου αλλά σας διαβεβαιώνω πως όταν άνοιξα τα μάτια μου, ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Ήταν λες και το είχα ζήσει. Και δεν είχε τελειώσει εκεί που σταμάτησα την αφήγηση.

Όπως είπα ήμουν μόνο εγώ εκεί, βγαίνοντας από την πόρτα με κοίταξε, είδε τι κρατούσα, είδε και το αντίκτυπο της εμφάνισής του στο πρόσωπό μου. Δεν φεύγει, δεν απομακρύνεται. Διστάζει, ξέρει πως δεν έχει χρόνο πριν μας περικυκλώσει κόσμος. Κι όμως, έρχεται, με πιάνει από τους ώμους, μου λέει πως όλα είναι καλά ενώ εγώ δεν μπορώ να συνέλθω. Μπορεί να με θεωρείτε ήδη τρελό αλλά δεν μπορώ να μεταφέρω γραπτώς το πόσο αληθινές φάνταζαν εκείνες οι στιγμές.

Πόσο αληθινός ήταν. Πόσο ο εαυτός του. Όχι ο αμείλικτος εντός πίστας πολυπρωταθλητής. Ο ευαίσθητος άνθρωπος που όσοι δεν κοιτούσαν χρώματα και φανέλες ήξεραν πως είναι. Δεν είχε ιδέα ποιος είμαι, είχαμε όμως παίξει ποδόσφαιρο δυο φορές μαζί, του είχα απευθύνει όσο περισσότερες ερωτήσεις μπορούσα σε συνεντεύξεις Τύπου ή media sessions κατά τη διάρκεια Grand Prix και δοκιμών. Και ίσως να θυμόταν άλλη μία από τις εκατοντάδες φάτσες που εμφανίζονταν γύρω του εκείνα τα χρόνια. Ίσως όχι.

Όμως θυμάμαι τη δεύτερη φορά που είχε έρθει με τη Nazionale Piloti στην Ελλάδα, έξω από τα αποδυτήρια να θέλουν όλοι να βγάλουν μία φωτογραφία μαζί του, να πάρουν ένα αυτόγραφο. Εγώ βρισκόμουν παράμερα, να ακουμπάω κάπου με τις πατερίτσες μου αγκαλιά. Ο πρόσθιος χιαστός στο αριστερό μου γόνατο με είχε κρατήσει θεατή σε εκείνον τον αγώνα, θεατής ήμουν και στη συγκεκριμένη σκηνή αποθέωσης. Είχε έρθει όμως εκείνος κοντά μου βλέποντας πως εγώ δεν θα μπορούσα να στριμωχτώ και να τον προσεγγίσω. Κι ας του έλεγαν πως έπρεπε να φύγει. Δεν ήταν η εποχή των selfies κι έντεκα χρόνια μετά, ακόμα δεν έχω βρει ποιος τραβούσε και άναψαν 2-3 φορές τα φλας. Είχα επικεντρωθεί στον Michael που είχε έρθει να μου μιλήσει, να ευχηθεί περαστικά. Θα τις ήθελα πολύ εκείνες τις φωτογραφίες.

Εκείνο τον άνθρωπο λοιπόν (άνθρωπο πρώτα και μετά παγκόσμιο πρωταθλητή) είχα μπροστά μου σε αυτό το όνειρο. Να ξέρει πως πρέπει να φύγει αλλά να μένει, βλέποντας πως έχω λυγίσει αντικρίζοντάς τον. Κι εγώ να μη μπορώ να συνέλθω. Νομίζω πως κάπου εκεί ξύπνησα, συγκλονισμένος λες και είχαν συμβεί στ’ αλήθεια όλα αυτά.

Είκοσι-πέντε χρόνια αυτός ο άνθρωπος ήταν στην καθημερινότητά μου. Είτε στα πρώτα του βήματα που ως πιτσιρικάς τον θαύμαζα, είτε όταν εν συνεχεία αποτελούσε κάθε μέρα αντικείμενο της δουλειάς μου. Τον ήξερα πάνω από τη μισή μου ζωή, παρακολουθούσα κάθε του κίνηση. Ένιωθα και νιώθω λες και όλο αυτό έχει συμβεί σε έναν δικό μου άνθρωπο.

Δεν έχει κάποιο τέλος η ιστορία, δεν είχε συνέχεια το όνειρο. Έμειναν τα συναισθήματα, έμεινε η ελπίδα. Να εμφανιστεί και πάλι, όρθιος. Κι ας δακρύζω όχι μπροστά του αλλά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου χιλιάδες μίλια μακριά.

Ξέρω όνειρο ήταν αλλά αν μπορούσα κάπου να το πω, θα το φώναζα, μη με ξυπνάτε. Ο Michael είναι καλά. Με καθησύχασε πως είναι καλά.

This website uses cookies.