Menu
Live Κίνηση | Τιμές αυτοκινήτων CHOICE | Τιμές Καυσίμων

ΔΟΚΙΜΕΣ

Oδηγούμε την ανανεωμένη Mercedes GLC

  • Ντίνος Παπαγιαννόπουλος

Οδηγούμε στη Γερμανία την ανανεωμένη Mercedes-Benz GLC, η οποία επεκτείνει τη γκάμα των διαθέσιμων κινητήρων και πηγών ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει τόσο αειθαλές όσο ποτέ άλλοτε…

 

Η GLC είναι το πιο καλοπουλημένο premium μεσαίο SUV και αυτό αποτελεί από μόνο του ένα παράσημο, δεδομένης της ποιότητας και της έντασης του ανταγωνισμού σε αυτό το επίπεδο. Μολονότι, δε, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2015 (αντικαθιστώντας την GLK) εμφανισιακά παραμένει ενδιαφέρουσα και αρκούντως φρέσκια. Κατά τη γνώμη μου, η οπτική αποδοχή της σε μια εποχή που η κυριαρχία του design κάνει τα αυτοκίνητα να «ξεθυμαίνουν» σχεδιαστικά πολύ γρήγορα, οφείλεται στο γεγονός ότι οι γραμμές της είναι απλές και ξεκάθαρες και οι όγκοι της σωστά κατανεμημένοι. Η GLC δείχνει σχετικά συμπαγής ενώ το μήκος της αγγίζει τα 4,7 m. Δείχνει επίσης αρκετά επιθετική χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Και βέβαια υπάρχει και η GLC Coupé, η οποία μάλλον κερδίζει εύκολα τον διαγωνισμό του πιο επιτυχημένου σχεδιαστικά κουπέ SUV, όσο κι αν ο όρος εξακολουθεί να ακούγεται οξύμωρος στα αυτιά μου.

Δεδομένων όλων των παραπάνω δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι οι εξωτερικές επεμβάσεις στην ανανεωμένη GLC είναι μικρές και πολύ στοχευμένες. Η μάσκα έχει γίνει λίγο πιο επιθετική, με δύο μεγάλες μπάρες να τη διατρέχουν, οι γυάλινες επιφάνειες περιβάλλονται από ένα χρωμιωμένο πλαίσιο, ενώ άλλαξε και η LED «υπογραφή» των φώτων ημέρας μπροστά. Αν επιλέξεις το OFF-ROAD πακέτο εξοπλισμού παίρνεις και ανασχεδιασμένους εμπρός και πίσω προφυλακτήρες που εξασφαλίζουν καλύτερες γωνίες προσέγγισης και διαφυγής. Και οι εξωτερικές διαφορές εξαντλούνται με τις νέες διπλές απολήξεις της εξάτμισης. Μέχρις εκεί.

Αντιθέτως στο εσωτερικό η αναβάθμιση είναι πιο εμφανής και βασικά έγκειται στην τοποθέτηση του νέου συστήματος πολυμέσων, MBUX. Στον δρόμο που χάραξε πρώτη η νέα A-Class, στην καμπίνα της ανανεωμένης GLC έχουν τοποθετηθεί δύο ψηφιακές οθόνες σε μια νοητή ευθεία: η πρώτη αντικαθιστά τον κλασικό πίνακα οργάνων και η δεύτερη είναι η κεντρική οθόνη διεπαφής του MBUX, του αναβαθμισμένου συστήματος πολυμέσων δηλαδή με τη δυνατότητα επαυξημένης φωνητικής επικοινωνίας με τον οδηγό. Στον στάνταρ εξοπλισμό η πρώτη οθόνη έχει διαγώνιο 5,5” ενώ η κεντρική οθόνη είναι 7ιντση. Προαιρετικά, όπως στα αυτοκίνητα που είχαμε στη διάθεσή μας, οι οθόνες έχουν διαγώνιο 12,3 και 10,25” αντίστοιχα. Έχουν επίσης εξαιρετική ευκρίνεια και πολύ γρήγορη αντίδραση στις εντολές. Το σύστημα συνολικά είναι πολύ προηγμένο. Αντιλαμβάνεται τις απλές προτάσεις, για παράδειγμα, χωρίς να χρειάζεται να δίνεις «ξύλινες» εντολές. Επίσης έχει αναγνώριση χειρονομιών αλλά και ορισμένες έξυπνες εφαρμογές που κάνουν τη ζωή σου πιο δύσκολη, όπως την ενσωμάτωση των εντολών της πλοήγησης στην κάμερα, σε αληθινό χρόνο. Όταν πλησιάζεις σε μία διασταύρωση, η κάμερα σου δείχνει την εικόνα στην κεντρική οθόνη και παράλληλα προβάλλεται το βέλος της πορείας που πρέπει να ακολουθήσεις πάνω της. Αν χαθείς είσαι άξιος της μοίρας σου. Και μόνο η προσθήκη των δύο ψηφιακών οθονών αναβαθμίζει σημαντικά την εικόνα, αλλά η Mercedes-Benz δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό. Έχει τοποθετήσει νέο πολυλειτουργικό τιμόνι με πλήκτρα αφής, έχει αναβαθμίσει τα υλικά και προσθέσει νέα υψηλότερης ποιότητας στο προαιρετικό εξοπλισμό (όπως ξύλο από δρυ και καρυδιά), έχει αλλάξει τα καθίσματα με άλλα που προσφέρουν καλύτερη πλευρική στήριξη και έχει προσθέσει νέους πιο σύγχρονους; Χρωματισμούς. Η εικόνα αναδίδει αυτή την παραδοσιακή μερσεντική αρχοντιά αλλά με έντονες πινελιές υψηλής τεχνολογίας. Και βέβαια με ποιότητα στην συναρμογή που δεν επιδέχεται κριτικής. Το κυριότερο όμως είναι ότι παραμένει ένα πολύ εύχρηστο και βολικό οικογενειακό αυτοκίνητο. ΟΙ χώροι για πέντε επιβάτες είναι παραπάνω από καλοί και το πορτμπαγκάζ με τα 580 lt χωρητικότητας επαρκέστατο για τις αποσκευές μιας οικογένειας.

Εξίσου καλοί είναι και οι χώροι για μικροπράγματα μέσα στην καμπίνα. Αυτό που χρειάζεται εξοικείωση είναι η εργονομία. Ο μοχλός για τον έλεγχο του αυτόματου κιβωτίου 9-Gtronic βρίσκεται εκεί όπου σε όλες τις άλλες μάρκες υπάρχει ο μοχλός για τους υαλοκαθαριστήρες. Επίσης το MBUX μπορείς να το ελέγξεις με επτά (7) διαφορετικούς τρόπους. Αυτό η Mercedes-Benz το αναφέρει ως προτέρημα αλλά προσωπικά το βρίσκω αγχωτικό και υπερβολικό. Γιατί να θέλεις να ελέγχεις κάτι με επτά διαφορετικούς τρόπους αν μπορείς να το κάνεις με έναν, άντε δύο. Άντε τρεις. Ένα από τα βασικότερα στοιχεία επιτυχίας της GLC είναι η μεγάλη γκάμα εκδόσεων που έχει. Και βέβαια οι δύο διαφορετικοί τύπου αμαξώματος (SUV και Coupé). Στο λανσάρισμα θα υπάρχουν δύο δίλιτροι κινητήρες, ένας βενζίνης και ένας ντίζελ. Ο βενζινοκινητήρας αποδίδει 197 (GLC 200 4MATIC) ή 258 PS (GLC 300 4MATIC). Και οι δύο συνδυάζονται με το ήπιο υβριδικό σύστημα 48 volt, ΕQ Boost. Ο αντίστοιχος ντίζελ βγαίνει σε τρεις εκδόσεις με 163 (GLC 200 d 4MATIC), 194 (GLC 220 d 4MATIC) και 245 PS (GLC 300 d 4MATIC). Για τους πιο «ανήσυχους» (και σίγουρα τους –πολύ- πιο πλούσιους) θα υπάρχει και η AMG έκδοση GLC 63 και 63 S 4MATIC, με τον 4λιτρο διτούρμπινο V8 κινητήρα που αποδίδει 476 ή 510 PS. Όλες θα είναι τετρακίνητες, ωστόσο αργότερα αναμένεται και μία πιο βασική έκδοση με κίνηση μόνο μπροστά.

Την ημέρα της παρουσίασης στα περίχωρα της Φρανκφούρτης είχαμε στη διάθεσή μας τις κορυφαίες δίλιτρες εκδόσεις GLC 300 και GLC 300 d. Υπήρχε και η AMG, αν και περισσότερο για να μας καταλαγιάσει την περιέργεια για το τι μπορεί να κάνει ένα V8 SUV με τόση ιπποδύναμη. Η αλήθεια είναι ότι τα διαθέσιμα αυτοκίνητα ήταν όλα φουλ εξοπλισμένα, με τις μεγάλες οθόνες, τα ηλεκτρικά ρυθμιζόμενα καθίσματα, το πλήρες πακέτο συστημάτων διασύνδεσης και ενεργητικής ασφάλειας και την αερανάρτηση. Κάτι που ωστόσο δεν θολώνει την κεντρική εικόνα η οποία είναι ενός πολύ ικανού και ευχάριστου οικογενειακού αυτοκινήτου. Απλώς τη στιλβώνει ακόμα περισσότερο. Η GLC δεν έχει αλλάξει στην ουσία της και δεν χρειαζόταν εδώ που τα λέμε. Αλλά τα σημεία στα οποία έχει βελτιωθεί την αναβαθμίζουν σημαντικά. Θα έλεγα κατ’ αρχήν ότι το επιπλέον κόστος της αερανάρτησης πραγματικά αξίζει τα λεφτά του. Εκτός από το γεγονός ότι μπορείς να αυξήσεις την απόσταση από το έδαφος κατά 15 mm, φτάνοντας συνολικά στα 240 mm, το ίδιο το αυτοκίνητο χαμηλώνει το ύψος αυτόματα κατά 15 mm στις πιο υψηλές ταχύτητες για καλύτερη αεροδυναμική απόδοση. Από το σύστημα DYNAMIC SELECT μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε επτά διαφορετικά προγράμματα: Comfort, Eco, Sport, Sport+ και Individual. Αν έχεις και το πακέτο Offroad Engineering, προστίθενται άλλα δύο προγράμματα, τα Offroad και Offroad+. Η διαφορά ανάμεσα στο Comfort και το Sport είναι ευδιάκριτη, τουλάχιστον με την αερανάρτηση. Στο πρώτο η άνεση είναι εξαιρετικού επιπέδου, ενώ στο δεύτερο οι κλίσεις περιορίζονται σημαντικά και το τιμόνι βαραίνει όσο πρέπει. Θα πρέπει να κάνω ιδιαίτερη μνεία στο σύστημα διεύθυνσης το οποίο έχει βελτιωθεί σημαντικά σε γραμμικότητα και ακρίβεια. Δεν έχει τη ζωηράδα μιας BMW X3, αλλά κουμπώνει σωστά με τον συνολικό χαρακτήρα του αυτοκινήτου.

Η GLC 300 με το σύστημα EQ Boost συνδυάζει ένα 48βολτο σύστημα μπαταριών και ένα σύστημα εκκίνησης με ιμάντα με τον δίλιτρο κινητήρα M 264, ο οποίος αντικαθιστά τον προηγούμενο M 274, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση αποδίδει 258 PS. Σε αυτούς προσθέστε επιπλέον 14 από το EQ Boost οι οποίοι επικουρούν ακριβώς τη στιγμή πριν η τουρμπίνα «γεμίσει», εξαλείφοντας έτσι μεγάλο μέρος του lag. Υπάρχει φυσικά και λειτουργία ανάκτησης ενέργειας αλλά και ελεύθερου τροχασμού (όταν έχεις επιλέξει το πρόγραμμα Eco), με τη διαφορά ότι στην τελευταία περίπτωση ο κινητήρας σβήνει εντελώς, δεδομένου ότι η μπαταρία μπορεί να διατηρήσει τα βασικά συστήματα του αυτοκινήτου (φρένα, σύστημα διεύθυνσης, κλιματισμό) σε λειτουργία.

Στην πράξη η δύναμη του κινητήρα είναι παραπάνω από επαρκής, μία αίσθηση στην οποία συμβάλλει και η σωστή συνεργασία του με το 9άρι αυτόματο κιβώτιο, το οποίο δεν αφήνει να φανεί καμία «τρύπα» στην απόδοση, αν αυτή όντως υπάρχει. Η προσωπική μου προτίμηση, πάντως, είναι ο δίλιτρος ντίζελ των 245 PS (GLC 300 d). Η άφθονη ροπή σε ένα αξιοπρεπές φάσμα στροφών, η ομαλή και χωρίς κραδασμούς λειτουργία του και η αναλογικά χαμηλή κατανάλωση τον καθιστούν, κατά την άποψή μου, την καλύτερη επιλογή για ένα ούτως ή άλλως μεγάλο αυτοκίνητο με βασικό «καθήκον» τα ταξίδια.

Κοντολογίς, η ανανεωμένη GLC συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, βελτιωμένη ωστόσο σε καίριους τομείς. Τεχνολογικά έχει αναβαθμιστεί σημαντικά από την προσθήκη του MBUX και σε ουσία και σε εικόνα στο εσωτερικό. Μηχανολογικά οι μικρές και στοχευμένες παρεμβάσεις στην ανάρτηση έχουν βελτιώσει περαιτέρω μία ήδη εκλεπτυσμένη ποιότητα κύλισης και κυρίως έχουν αναβαθμίσει την αίσθηση της οδήγησης. Το τιμόνι είναι πιο ακριβές, οι κινήσεις του αμαξώματος πιο προοδευτικές και εύκολα ελέγξιμες. Θα ήταν παράλειψη επίσης να μην κάνω ειδική μνεία στις εκτός δρόμου δυνατότητές της. Χωρίς να υπάρχουν ενεργά διαφορικά, αλλά με καλή ελευθερία άρθρωσης, σημαντική απόσταση από το έδαφος και σωστή ρύθμιση των off road προγραμμάτων, η GLC με εξέπληξε με το τι μπορεί να κάνει εκτός δρόμου, στην ειδικά διαμορφωμένη πίστα που είχαν σχεδιάσει οι άνθρωποι της εταιρείας.

Προφανώς η GLC με τιμές που ξεκινούν από €52.250 για την προσθιοκίνητη GLC 200 των 197 PS, δεν είναι φτηνή. Πόσο μάλλον οι δύο τετρακίνητες κορυφαίες εκδόσεις που είχαμε εμείς στη διάθεσή μας. Η GLC 300 4MATIC ξεκινά από τα €64.670 και η GLC 300 d 4MATIC από τα 67.940. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν εκπλήσσει. Πρόκειται άλλωστε για μία οικογενειακή τετρακίνητη Mercedes-Benz με πλούσιο βασικό εξοπλισμό (και επιπλέον καλούδια που μπορούν να εκτοξεύσουν την αρχική τιμή) που απευθύνεται σε ανάλογου βεληνεκούς εισοδήματα. Κρίνοντάς την ως αυτό που είναι, όμως, ως ένα premium μεσαίο SUV δηλαδή, θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή είναι το πιο ολοκληρωμένο από κάθε άποψη.

Δημοφιλή στο Protothema.gr