Τι συμβαίνει με την μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης;
STORIES
Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αναπτύχθηκε ταχύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, με τις εξαγωγές να δίνουν ξανά ώθηση. Πίσω από τους θετικούς δείκτες, όμως, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία εξακολουθεί να χάνει παραγωγή, παραγγελίες και θέσεις εργασίας, αναγκάζοντας την να επαναπροσδιορίσει πλήρως τη στρατηγική της.
Η γερμανική οικονομία δείχνει να σηκώνει κεφάλι έπειτα από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, υψηλού ενεργειακού κόστους και έντονων πιέσεων στη βιομηχανία. Η ανάκαμψη, ωστόσο, δεν έχει ακόμη περάσει άμεσα τον σημαντικότερο παραγωγικό κλάδο της χώρας, την αυτοκινητοβιομηχανία. Και χωρίς αυτόν η ανάκαμψη θα μετατραπεί σε μία φούσκα…
WHAT CAR
Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο. Η αρχική εκτίμηση έκανε λόγο για ανάπτυξη 0,2%, ενώ σε ετήσια βάση η οικονομία ενισχύθηκε κατά 1%.
Η επίδοση παραμένει χαμηλή για τα δεδομένα της Γερμανίας, είναι όμως καλύτερη από εκείνη που περίμεναν οι οικονομολόγοι. Κυρίως αποδεικνύει ότι η οικονομία αντέχει περισσότερο από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί απέναντι στην ενεργειακή αβεβαιότητα, στον ανταγωνισμό από την Κίνα και στις νέες εμπορικές εντάσεις.
Η σημαντικότερη ώθηση προήλθε από τις εξαγωγές, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 2% σε τριμηνιαία βάση. Οι εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 1,5%, ενώ η κατανάλωση των νοικοκυριών και του Δημοσίου αυξήθηκε μόλις κατά 0,1%. Παράλληλα, οι επενδύσεις σε μηχανήματα και εξοπλισμό μειώθηκαν κατά 1,4%, δείχνοντας ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να κινούνται προσεκτικά.
Καλύτερη ήταν η εικόνα στη μεταποίηση, όπου η δραστηριότητα ενισχύθηκε κατά 0,9%, με ώθηση κυρίως από τα χημικά προϊόντα και τον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό. Αντίθετα, οι κατασκευές παρέμειναν σχεδόν στάσιμες, ενώ οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες υποχώρησαν.
Θετικό μήνυμα έστειλε και ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος του Ινστιτούτου Ifo, ο οποίος ανέβηκε τον Αύγουστο στις 88,8 μονάδες, από 86,7 τον Ιούλιο. Οι γερμανικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο ικανοποιημένες από την τρέχουσα κατάστασή τους και λιγότερο απαισιόδοξες για τους επόμενους μήνες. Στη μεταποίηση, πάντως, η δυσφορία για την έλλειψη νέων παραγγελιών παραμένει.
Η οικονομία ανεβαίνει, τα αυτοκίνητα ακόμα… πίσω
Η ανάκαμψη των εξαγωγών είναι ζωτικής σημασίας για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Τα αυτοκίνητα και τα εξαρτήματά τους παραμένουν το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, με αξία 254 δισ. ευρώ το 2025 και μερίδιο 16,3% στο σύνολο των γερμανικών εξαγωγών.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι συνολικές γερμανικές εξαγωγές έφτασαν τα 817,8 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 3,9%. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 712,1 δισ. ευρώ, ενώ το εμπορικό πλεόνασμα περιορίστηκε ελαφρά στα 105,7 δισ. ευρώ. Η Κίνα παρέμεινε ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας, με τις ΗΠΑ να ακολουθούν σε μικρή απόσταση. Η εικόνα των ίδιων των αυτοκινητοβιομηχανιών, όμως, είναι σαφώς πιο δύσκολη. Στους πρώτους επτά μήνες του 2026 κατασκευάστηκαν στα γερμανικά εργοστάσια περίπου 2,43 εκατομμύρια επιβατικά αυτοκίνητα, αριθμός μειωμένος κατά 3% σε σύγκριση με το 2025 και κατά 15% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019.
Μόνο τον Ιούλιο η παραγωγή υποχώρησε κατά 6%, στις 322.700 μονάδες. Μέρος της πτώσης αποδόθηκε στην πολυήμερη διακοπή λειτουργίας εργοστασίου, προκειμένου να προσαρμοστεί στην παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για ένα προσωρινό τεχνικό πρόβλημα.
Οι εξαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων έφτασαν τον Ιούλιο τις 260.000 μονάδες, μειωμένες κατά 4%. Από την αρχή του έτους εξήχθησαν συνολικά 1,852 εκατομμύρια αυτοκίνητα, επίσης 4% λιγότερα από το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα των νέων παραγγελιών. Τον Ιούλιο οι παραγγελίες από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά 15%, οι εγχώριες κατά 4% και το σύνολό τους κατά 13%. Το θετικό στοιχείο είναι ότι το ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών στη γερμανική αγορά βρίσκεται 10% υψηλότερα από πέρυσι και μπορεί να στηρίξει την παραγωγή μετά τη θερινή περίοδο.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η γενικότερη άνοδος των γερμανικών εξαγωγών προέρχεται και από άλλους κλάδους και δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πραγματική ανάκαμψη για τα εργοστάσια των Volkswagen, BMW, Mercedes-Benz, Audi και Porsche, αλλά και για τις εκατοντάδες εταιρείες που τα προμηθεύουν.
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η πίεση από την Κίνα. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάιο του 2026 η αξία των γερμανικών εξαγωγών αυτοκινήτων και εξαρτημάτων προς την κινεζική αγορά περιορίστηκε στα 4,7 δισ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 26,1%. Είχε προηγηθεί μείωση 33% στο σύνολο του 2025.
Οι γερμανικές μάρκες δεν αντιμετωπίζουν πλέον τις κινεζικές εταιρείες μόνο ως εξαγωγικούς ανταγωνιστές. Τις βλέπουν να κερδίζουν μερίδια και μέσα στην Ευρώπη, διαθέτοντας φθηνότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ισχυρή τεχνογνωσία στις μπαταρίες και ταχύτερους κύκλους εξέλιξης νέων μοντέλων.
Παράλληλα, οι εξαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων και εξαρτημάτων προς τις ΗΠΑ υποχώρησαν κατά 17,8% το 2025, στα 28,5 δισ. ευρώ. Οι δασμοί και η γενικότερη εμπορική αβεβαιότητα αυξάνουν ακόμη περισσότερο την πίεση σε μία αγορά που είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα ακριβότερα και πιο κερδοφόρα γερμανικά μοντέλα.
Τα ηλεκτρικά ανεβαίνουν, αλλά δεν αρκούν
Το πλέον δυναμικό τμήμα της γερμανικής αγοράς είναι η ηλεκτροκίνηση. Στους πρώτους επτά μήνες του 2026 ταξινομήθηκαν περίπου 641.000 ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, αυξημένα κατά 38%.
Οι ταξινομήσεις αμιγώς ηλεκτρικών μοντέλων έφτασαν τις 446.600 μονάδες, σημειώνοντας εντυπωσιακή άνοδο 50%. Τα plug-in hybrid αυξήθηκαν κατά 17%, στις 194.400 μονάδες. Μόνο τον Ιούλιο, τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα απέκτησαν μερίδιο 41% στη γερμανική αγορά.
Η εξέλιξη αυτή είναι θετική για τους Γερμανούς κατασκευαστές, οι οποίοι έχουν επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε νέες πλατφόρμες, εργοστάσια μπαταριών και λογισμικό. Η αύξηση των ηλεκτρικών πωλήσεων, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να λύσει το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.
Η παραγωγή στη Γερμανία παραμένει ακριβή. Το ενεργειακό και το εργασιακό κόστος είναι υψηλό, η φορολογία και η γραφειοκρατία πιέζουν τις επιχειρήσεις, ενώ η μετάβαση προς το ηλεκτρικό αυτοκίνητο απαιτεί τεράστια κεφάλαια χωρίς να εξασφαλίζει τα περιθώρια κέρδους που πρόσφεραν επί δεκαετίες τα μοντέλα με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στην απασχόληση. Σύμφωνα με μελέτη που παρουσίασε η Ένωση Γερμανικής Αυτοκινητοβιομηχανίας, περίπου 100.000 θέσεις εργασίας έχουν χαθεί στον κλάδο από το 2019. Εφόσον δεν αλλάξουν οι σημερινές συνθήκες, ο κλαδικός φορέας εκτιμά ότι μπορεί να χαθούν ακόμη 125.000 θέσεις μέχρι το 2035. Πρόκειται για εκτίμηση της ίδιας της αυτοκινητοβιομηχανίας και όχι για επίσημη κυβερνητική πρόβλεψη.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις μεγάλες μάρκες. Κάθε υποχώρηση της παραγωγής επηρεάζει ένα τεράστιο δίκτυο προμηθευτών μετάλλου, ηλεκτρονικών, ελαστικών, λογισμικού, μεταφορών και εμπορικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις έχουν επίσης σημασία. Οι γερμανικές μάρκες κατέχουν ισχυρή θέση στην ελληνική αγορά, ενώ οποιαδήποτε αύξηση του κόστους, περιορισμός της παραγωγής ή αλλαγή στην εμπορική πολιτική τους μπορεί να επηρεάσει τις τιμές, τις εκπτώσεις, τους χρόνους παράδοσης και την προσφορά νέων μοντέλων.
Η γερμανική κυβέρνηση προβλέπει πλέον ανάπτυξη μόλις 0,5% για το σύνολο του 2026, έχοντας μειώσει στο μισό την προηγούμενη εκτίμησή της. Επομένως, η βελτίωση του δεύτερου τριμήνου είναι ένα θετικό σημάδι, αλλά όχι ακόμη μια οριστική έξοδος από την κρίση.
Η γερμανική οικονομία φαίνεται να ξαναπαίρνει μπροστά. Ο ιστορικά ισχυρότερος βιομηχανικός της κινητήρας, όμως, εξακολουθεί να λειτουργεί με χαμηλότερες στροφές. Και όσο η αυτοκινητοβιομηχανία δεν ανακτά παραγωγή, εξαγωγές και παραγγελίες, η ανάκαμψη της Γερμανίας θα παραμένει εύθραυστη.
Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις