Live Κίνηση
Περισσότερα
Mobility

Το αμερικανικό LNG αλλάζει την Ευρώπη – Η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας

Ελλάδα 15:04
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
        string(125) "Το αμερικανικό LNG αλλάζει την Ευρώπη – Η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας"
    

Το αμερικανικό LNG αλλάζει την Ευρώπη – Η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας

Mobility

Η εκτίναξη του κόστους φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η στροφή ακόμη και του Κατάρ προς αμερικανικές ποσότητες LNG και η μάχη για μακροχρόνια συμβόλαια αλλάζουν τις ισορροπίες. Η Ελλάδα βρίσκεται ίσως για πρώτη φορά σε θέση να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε πραγματικό ενεργειακό και οικονομικό πλεονέκτημα.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newsauto.gr on Google
Advertisement
Advertisement

Υπάρχουν στιγμές στις αγορές κατά τις οποίες μια γεωπολιτική κρίση δεν αλλάζει απλώς τις τιμές ενός εμπορεύματος. Αλλάζει ολόκληρη τη δομή της αγοράς. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με το φυσικό αέριο.


Η Ευρώπη, τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη μεγάλη ενεργειακή ανατροπή που προκάλεσε η απομάκρυνσή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: όχι μόνο από πού θα προμηθευτεί αέριο, αλλά με ποια τιμή, για πόσο χρόνο και με ποιο βαθμό ασφάλειας.

Το LNG, το υγροποιημένο φυσικό αέριο, παύει πλέον να αποτελεί απλώς μία εναλλακτική πηγή τροφοδοσίας. Μετατρέπεται σε στρατηγικό asset. Και στο επίκεντρο αυτής της νέας αγοράς βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Advertisement
Advertisement

Η διαφορά κόστους μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού είναι αποκαλυπτική. Στην ευρωπαϊκή αγορά το φυσικό αέριο κινήθηκε τις τελευταίες ημέρες σε επίπεδα άνω των 75 ευρώ ανά MWh, έχοντας φτάσει ακόμη και πάνω από τα 80 ευρώ, την ώρα που το αμερικανικό Henry Hub βρισκόταν στις αρχές Σεπτεμβρίου κοντά στα 2,8-2,9 δολάρια ανά MMBtu. Η απόκλιση αυτή δεν είναι μια χρηματιστηριακή… ανωμαλία, αλλά ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Για μια ενεργοβόρο βιομηχανία, το φυσικό αέριο είναι κόστος παραγωγής. Για μια χημική βιομηχανία ή μια μονάδα λιπασμάτων είναι πρώτη ύλη. Για την ηλεκτροπαραγωγή είναι οριακό καύσιμο που επηρεάζει άμεσα και την τιμή του ηλεκτρισμού. Άρα το ενεργειακό premium που πληρώνει σήμερα η Ευρώπη μεταφέρεται στην παραγωγή, στις εξαγωγές, στον πληθωρισμό και τελικά στα επιτόκια.

Η επίδραση αυτή φτάνει πλέον μέχρι το αυτοκίνητο και την καθημερινή μετακίνηση. Το LNG χρησιμοποιείται ήδη ως εναλλακτικό καύσιμο κυρίως στις βαριές οδικές μεταφορές και στη ναυτιλία, περιορίζοντας ορισμένους ρύπους σε σχέση με τα συμβατικά πετρελαϊκά καύσιμα, χωρίς όμως να αποτελεί τεχνολογία μηδενικών εκπομπών, καθώς το τελικό περιβαλλοντικό του αποτύπωμα επηρεάζεται καθοριστικά και από τις διαρροές μεθανίου σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και μεταφοράς.
Η μεγαλύτερη σύνδεση με το αυτοκίνητο βρίσκεται, ωστόσο στην τιμή του ηλεκτρισμού. Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της οριακής τιμής του ρεύματος. Έτσι, ένα ακριβότερο φυσικό αέριο μπορεί να σημαίνει υψηλότερο κόστος φόρτισης για εκατομμύρια ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μεγαλύτερες ενεργειακές δαπάνες για τα εργοστάσια παραγωγής οχημάτων και μπαταριών και τελικά πίεση στην ανταγωνιστικότητα ολόκληρης της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Η ηλεκτροκίνηση παραμένει σαφώς αποδοτικότερη ενεργειακά από τον κινητήρα εσωτερικής καύσης, όμως όσο η Ευρώπη επιδιώκει να μεταφέρει τις μετακινήσεις από το πετρέλαιο στον ηλεκτρισμό, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά το από πού παράγεται αυτός ο ηλεκτρισμός και πόσο κοστίζει. Με αυτή την έννοια, η ενεργειακή ασφάλεια, η ανάπτυξη των ΑΠΕ, οι ανταγωνιστικές προμήθειες LNG και η μετάβαση στο ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν είναι διαφορετικές πολιτικές: αποτελούν πλέον διαφορετικούς κρίκους της ίδιας οικονομικής και περιβαλλοντικής αλυσίδας.


Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η προσοχή στρέφεται ξανά στο φυσικό αέριο και στο ηλεκτρικό ρεύμα ως δυνητικές πηγές νέων πληθωριστικών πιέσεων.

Advertisement

Ακόμη και το Κατάρ αγοράζει αμερικανικό LNG
Η πιο εντυπωσιακή ένδειξη για το πόσο έχει αλλάξει η διεθνής αγορά έρχεται ίσως από έναν παίκτη που μέχρι πρότινος βρισκόταν αποκλειστικά στην πλευρά των πωλητών.Το Κατάρ.

Η QatarEnergy, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς και εξαγωγείς LNG στον κόσμο, βρίσκεται σύμφωνα με το Reuters σε διαπραγματεύσεις με αμερικανικούς παραγωγούς, μεταξύ των οποίων οι Venture Global, Cheniere και Woodside, προκειμένου να εξασφαλίσει πολυετείς ποσότητες αμερικανικού LNG έως το 2031.

Advertisement

Η εταιρεία χρειάζεται πρόσθετο αέριο μετά τις σοβαρές ζημιές που προκλήθηκαν σε εγκαταστάσεις του Ras Laffan και την αναστάτωση στις ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ. Σύμφωνα με το Reuters, περίπου 12,8 εκατ. τόνοι ετήσιας παραγωγικής ικανότητας μπορεί να παραμείνουν εκτός λειτουργίας για τρία έως πέντε χρόνια, ενώ ο εμπορικός βραχίονας της QatarEnergy αναζητεί 2 έως 3 εκατ. τόνους LNG τον χρόνο έως το 2031.

Το γεγονός έχει μεγάλη συμβολική αλλά κυρίως οικονομική σημασία. Όταν ένας από τους μεγαλύτερους παραδοσιακούς προμηθευτές LNG του πλανήτη αναζητεί μακροχρόνια αμερικανική τροφοδοσία για να προστατεύσει το δικό του χαρτοφυλάκιο συμβολαίων, η αγορά στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η διαθέσιμη παραγωγική δυναμικότητα των ΗΠΑ αποκτά στρατηγική αξία.

Και οι Ευρωπαίοι δεν είναι μόνοι τους σε αυτή την αγορά. Μόλις σήμερα (14.9) , η China Gas ανακοίνωσε νέο 20ετές συμβόλαιο με τη Venture Global για 500.000 τόνους LNG ετησίως από το 2030, αυξάνοντας περαιτέρω τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις της προς τον αμερικανικό όμιλο. Αυτό είναι το σημείο που συχνά υποτιμήθηκε στην ευρωπαϊκή συζήτηση.

Advertisement

Το LNG είναι παγκόσμιο εμπόρευμα. Ένα φορτίο που φεύγει από τη Λουιζιάνα μπορεί να καταλήξει στην Ευρώπη, στην Ιαπωνία, στην Κορέα, στην Κίνα ή στην Ινδία. Ο αγοραστής που δεν έχει εξασφαλίσει ποσότητες μέσω συμβολαίων βρίσκεται αναγκαστικά εκτεθειμένος στην αγορά spot και στον διεθνή ανταγωνισμό.

Και όταν υπάρχει γεωπολιτική κρίση, ο ανταγωνισμός αυτός γίνεται ακόμη ακριβότερος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ωστόσο το μεγάλο πλεονέκτημα της αυξανόμενης παραγωγής.

Η αμερικανική Energy Information Administration προβλέπει ότι οι εξαγωγές LNG των ΗΠΑ θα αυξηθούν από το ιστορικό ρεκόρ των 15,1 δισ. κυβικών ποδών ημερησίως το 2025 στα 17,4 δισ. το 2026 και στα 18,6 δισ. το 2027. Παράλληλα, η αμερικανική παραγωγή φυσικού αερίου αναμένεται επίσης να σημειώσει νέα ιστορικά υψηλά.

Στέλεχος της ExxonMobil εκτίμησε μάλιστα σήμερα ότι έως το 2030 οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% της παγκόσμιας αγοράς LNG. Με άλλα λόγια, η Αμερική γίνεται ο βασικός swing producer μιας νέας παγκόσμιας αγοράς φυσικού αερίου.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ευρωπαϊκό δίλημμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δεσμευθεί πολιτικά για αγορές αμερικανικού LNG, πετρελαίου και πυρηνικών ενεργειακών προϊόντων συνολικής αξίας έως 750 δισ. δολαρίων μέχρι το 2028. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όμως, διευκρινίζει ότι οι πραγματικές αγορές δεν πραγματοποιούνται από τις κυβερνήσεις αλλά από τις επιχειρήσεις και επομένως απαιτούν πραγματικά εμπορικά συμβόλαια.

Εδώ βρίσκεται και τι θέμα της συζήτησης που έχει ανοίξει για τα μακροχρόνια συμβόλαια. Η Ευρώπη επί χρόνια δίσταζε να δεσμευθεί σε συμφωνίες 15 ή 20 ετών, καθώς φοβόταν ότι τέτοια συμβόλαια θα συγκρούονταν με τους στόχους της πράσινης μετάβασης.

Ένα μακροχρόνιο συμβόλαιο μπορεί να συνεπάγεται υποχρεώσεις take-or-pay, κινδύνους τιμολόγησης, συναλλαγματικό ρίσκο και πιθανότητα να παραμείνει ο αγοραστής δεσμευμένος σε φυσικό αέριο όταν η κατανάλωση αρχίσει να μειώνεται.

Από την άλλη όμως υπάρχει και το κόστος της μη δέσμευσης. Και αυτό το κόστος φαίνεται σήμερα στην αγορά spot. Η ενεργειακή ασφάλεια είναι στην πραγματικότητα μια μορφή ασφάλισης. Όπως σε κάθε ασφάλιση, έχει κόστος όταν την αγοράζεις. Έχει όμως πολύ μεγαλύτερο κόστος όταν τη χρειάζεσαι και δεν την έχεις.

Υπό αυτή την έννοια, η θέση που είχε εκφράσει ο Αλέξανδρος Εξάρχου υπέρ της έγκαιρης εξασφάλισης μακροχρόνιων αμερικανικών ποσοτήτων LNG αποκτά σήμερα διαφορετικό βάρος. Δεν σημαίνει ότι κάθε 20ετές συμβόλαιο είναι εξ ορισμού συμφέρον. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική εξασφάλισης παραγωγικής δυναμικότητας πριν αυτή απορροφηθεί από ανταγωνιστές αποτελεί κλασικό εργαλείο διαχείρισης κινδύνου σε μια αγορά commodities.

Και η Ελλάδα έκανε σε αυτόν τον τομέα μια κίνηση που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Η Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν ο Όμιλος AKTOR με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%, έχει συμφωνήσει με τη Venture Global για 20ετή προμήθεια αμερικανικού LNG από το 2030.

Τον Ιούνιο του 2026 η συμφωνία επεκτάθηκε και η ελάχιστη συμβατική ποσότητα διπλασιάστηκε από 500.000 σε 1 εκατ. τόνους LNG ετησίως. Πρόκειται για περίπου 1,3 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου τον χρόνο.

Σύμφωνα με το S&P Global, το συνολικό συμβατικό πλαίσιο παρέχει δυνατότητα σημαντικά μεγαλύτερων ποσοτήτων και η Atlantic SEE έχει ήδη κινηθεί για συμφωνίες διάθεσης φυσικού αερίου σε αγορές κατά μήκος του Κάθετου Διαδρόμου, μεταξύ άλλων στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στην Ουκρανία, στην Αλβανία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.


Γιατί η Ελλάδα μπορεί να είναι ο μεγάλος κερδισμένος
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει μεγάλος παραγωγός φυσικού αερίου για να κερδίσει οικονομικά από την ευρωπαϊκή ενεργειακή αναδιάταξη.Μπορεί να γίνει ο κόμβος. Η Ρεβυθούσα, το FSRU της Αλεξανδρούπολης, ο TAP, οι διασυνδέσεις με τη Βουλγαρία και ο Κάθετος Διάδρομος δημιουργούν ένα σύστημα μέσα από το οποίο το φυσικό αέριο μπορεί να εισέρχεται από τον Νότο και να μεταφέρεται προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και σταδιακά βαθύτερα προς την Κεντρική Ευρώπη.

Η γεωγραφία που επί δεκαετίες περιγραφόταν θεωρητικά ως «γεωστρατηγικό πλεονέκτημα» αρχίζει να αποκτά μετρήσιμη οικονομική αξία.

Τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026 είναι χαρακτηριστικά. Οι ΗΠΑ προμήθευσαν την Ελλάδα με 12,67 TWh LNG, καλύπτοντας περίπου το 70% των ποσοτήτων που εισήχθησαν μέσω Ρεβυθούσας. Σε σχέση με το σύνολο των ελληνικών εισαγωγών φυσικού αερίου, το αμερικανικό LNG αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τρίτο. Παράλληλα οι ελληνικές εξαγωγές φυσικού αερίου σχεδόν τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας τις 8,72 TWh από 2,86 TWh ένα χρόνο νωρίτερα.

Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί το ελληνικό business case δεν είναι να εισάγει απλώς LNG για την εγχώρια αγορά. Είναι να εισάγει, να αποθηκεύει, να επαναεριοποιεί, να εμπορεύεται και να επανεξάγει.

Σε αυτή την αλυσίδα δημιουργούνται έσοδα από υποδομές, μεταφορές, capacity bookings, εμπορία φυσικού αερίου, υπηρεσίες εξισορρόπησης, αποθήκευση και διασυνοριακές ροές. Δημιουργείται επίσης κάτι πολύ σημαντικότερο: εμπορική ρευστότητα.

Όσο περισσότερες ποσότητες διέρχονται από την Ελλάδα, τόσο πιο πιθανό είναι η χώρα να αποκτήσει πραγματικό ρόλο στη διαμόρφωση των περιφερειακών τιμών και όχι απλώς να αποδέχεται τιμές που διαμορφώνονται αλλού.

Η Venture Global έχει ήδη δεσμεύσει περίπου το 25% της δυναμικότητας επαναεριοποίησης του τερματικού της Αλεξανδρούπολης, γεγονός που συνδέει άμεσα την αμερικανική παραγωγή LNG με την ελληνική ενεργειακή υποδομή.

Το S&P Global έχει παράλληλα καταγράψει σχέδια της Atlantic SEE για πρόσθετο FSRU δυναμικότητας περίπου 4,5-5 δισ. κυβικών μέτρων ετησίως προς το τέλος της δεκαετίας, εφόσον εξασφαλιστούν οι απαραίτητες συμφωνίες πώλησης.

Αυτό μπορεί να αλλάξει ποιοτικά το μέγεθος της ελληνικής αγοράς.

Γιατί τότε η Ελλάδα δεν θα μετρά την ενεργειακή της σημασία με βάση τα περίπου 5-6 δισ. κυβικά μέτρα της δικής της κατανάλωσης, αλλά με βάση μία πολύ μεγαλύτερη περιφερειακή αγορά δεκάδων δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων.

Υπάρχει βεβαίως και η άλλη πλευρά. Η μεγαλύτερη εξάρτηση από το LNG συνεπάγεται έκθεση στα ναύλα, στο κόστος υγροποίησης και επαναεριοποίησης, στην ισοτιμία ευρώ-δολαρίου και στη διεθνή αγορά.

Στην Ελλάδα, η μετατόπιση του μίγματος προς περισσότερο LNG εκτιμάται ότι αύξησε το κόστος τροφοδοσίας της εγχώριας αγοράς στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Άρα το LNG δεν είναι εξ ορισμού «φθηνό» αέριο. Είναι πρωτίστως ευέλικτο και γεωπολιτικά διαφοροποιημένο αέριο. Αυτή είναι μια ουσιώδης διαφορά. Η ενεργειακή ασφάλεια και η χαμηλή τιμή δεν ταυτίζονται πάντοτε.

Όμως η δυνατότητα να επιλέγεις ανάμεσα σε πολλούς προμηθευτές, πολλές διαδρομές και διαφορετικούς τύπους συμβολαίων έχει οικονομική αξία από μόνη της.

Και αυτήν την αξία η Ευρώπη αναγκάζεται σήμερα να επανεκτιμήσει. Με τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου να βρίσκονται περίπου στο 66%, στο χαμηλότερο επίπεδο για την εποχή εδώ και περίπου 15 χρόνια, και με τις γεωπολιτικές εντάσεις να έχουν περιορίσει δραστικά τη διαθεσιμότητα LNG από τη Μέση Ανατολή, η αγορά μπαίνει σε μία περίοδο κατά την οποία οι εξασφαλισμένες ποσότητες αποκτούν premium.

Η πραγματική συζήτηση λοιπόν δεν είναι αν η Ευρώπη θα χρειαστεί αμερικανικό LNG. Ήδη το χρειάζεται.

Το ερώτημα είναι αν θα το αγοράζει με όρους που έχει διαπραγματευτεί εκ των προτέρων ή αν θα αναγκάζεται να ανταγωνίζεται την Ασία κάθε φορά που ξεσπά μια διεθνής κρίση.

Για την Ελλάδα, η συγκυρία είναι ίσως ιστορική. Η χώρα βρίσκεται πάνω στη νέα διαδρομή που ενώνει τα αμερικανικά κοιτάσματα και τους τερματικούς της Louisiana με τις αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Αν οι υποδομές ολοκληρωθούν, αν οι διασυνδέσεις λειτουργήσουν χωρίς κανονιστικές στρεβλώσεις και αν οι ελληνικές εταιρείες καταφέρουν να δημιουργήσουν πραγματικά εμπορικά χαρτοφυλάκια και όχι απλώς να διαχειρίζονται διελεύσεις, τότε το φυσικό αέριο μπορεί να εξελιχθεί σε έναν νέο εξαγώγιμο «τομέα υπηρεσιών» για την ελληνική οικονομία.

Και εκεί βρίσκεται ίσως η μεγάλη ευκαιρία. Όχι στο να καταναλώνουμε περισσότερο αέριο. Αλλά στο να μετατρέψουμε την Ελλάδα στον δρόμο από τον οποίο θα περνά το αέριο που χρειάζεται η υπόλοιπη Ευρώπη.

Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις