Δοκιμή: Aston Martin DBS Superleggera | NewsAuto.gr
ΔΟΚΙΜΕΣ

Δοκιμή: Aston Martin DBS Superleggera

Ο χαρακτηρισμός που αφορά το βάρος του μοντέλου στο όνομα είναι μάλλον παραπλανητικός, αλλά όπως και να έχει, η απόλυτη DB11 της Aston Martin είναι ένα πραγματικά απολαυστικό GT.

(Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 12 της Eλληνικής έκδοσης του Car Magazine – *Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη)

Των Ben Pulman & Georg Kacher

Με τελική ταχύτητα 340 km/h και τον V12 κινητήρα των 725 PS, η 3η νέα Aston Martin που βλέπουμε τους τελευταίους έξι μήνες είναι το ταχύτερο και πιο δυνατό μοντέλο παραγωγής που έχει κατασκευάσει ποτέ η εταιρεία.

Η Superleggera είναι για την DB11 ό,τι ήταν η Vanquish για την DB9:μια έκδοση με μικρό φρεσκάρισμα στην εμφάνιση, πολύ πιο δυνατό κινητήρα και καλύτερες επιδόσεις. Ίσως να έπρεπε να λέγεται και αυτή Vanquish, αλλά μάλλον η Aston κρατάει το όνομα για το μοντέλο που θα παρουσιάσει ως απάντηση στην Ferrari 488 – αν επιβεβαιωθούν οι φήμες. Βέβαια, και το DBS ως όνομα είναι παλιό και έχει ιστορία.

Είχε χρησιμοποιηθεί περί τα 50 χρόνια πριν για πρώτη φορά και ξανά χρησιμοποιήθηκε τελευταία φορά προ 10ετίας για ένα GT αυτοκίνητο που βασιζόταν στην DB9. Το Superleggera στην ονομασία είναι φόρος τιμής στην Touring, την ιταλική καροσερία που κατασκεύαζε ελαφρά αμαξώματα για αγωνιστική, ως επί το πλείστον, χρήση. Εδώ όμως βρίσκουμε και μια ειρωνεία, αφού και το βάρος που σημειώνεται στην «υπερελαφριά» έκδοση είναι μόλις κατά 72 kg λιγότερο σε σχέση με την DB11, που σημαίνει πως και πάλι έχουμε μπροστά μας ένα βαρύ αυτοκίνητο, που ζυγίζει, στεγνό, 1.693 kg. Δηλαδή αν το γεμίσεις καύσιμο και λοιπά απαραίτητα για τη λειτουργία του υγρά και μπεις να το οδηγήσεις, έχεις φτάσει κοντά στους δύο τόνους χωρίς να το καταλάβεις. Και πάλι, όμως, το αμάξωμά της είναι συγκλονιστικό σε εμφάνιση.

Ο τεράστιος μπροστινός αεραγωγός, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Aston Martin πολλές δεκαετίες τώρα, είναι πραγματικά υπέροχος και τονίζει τον χαρακτήρα του αυτοκινήτου. Η ανάρτηση έχει χαμηλώσει κατά 5 mm, ενώ οι ζάντες είναι μία ίντσα μεγαλύτερες (21”) και έτσι οι θόλοι των τροχών γεμίζουν υπέροχα.

Λίγο το οπτικό φόρτωμα του πίσω μέρους χαλάει την αισθητική αρμονία του συνόλου, αλλά και πάλι η Aston δεν σε αφήνει να σταθείς εκεί. Παρά το αλουμινένιο χωροδικτύωμα που κρύβεται κάτω από το ανθρακονημάτινο αμάξωμα, η νέα DBS είναι γοητευτικά old-school, χωρίς ενεργητική τετραδιεύθυνση, ενεργές αντιστρεπτικές και αερανάρτηση. Η κορυφαία σε προδιαγραφές έκδοση, η DBS Superleggera, έχει 117 PS και 30,5 kgm ροπής παραπάνω από την DB11, στοιχεία που έκαναν επιβεβλημένη την ανάγκη ενός νέου κιβωτίου ταχυτήτων οκτώ σχέσεων από την ZF. Η μεγαλύτερη ισχύς έχει προκύψει χωρίς δομικές αλλαγές στον κινητήρα.

(Οδηγήσαμε την DBS σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, στο αλπικό πέρασμα Grossglockner, για να διαπιστώσουμε ότι σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής ενέπνεε σιγουριά και ήταν απόλυτα ήρεμη απέναντι στις προκλήσεις του δρόμου)

Επεμβάσεις έχει δεχτεί η κεντρική μονάδα ελέγχου, το σύστημα ψύξης του κινητήρα, ενώ η εξάτμιση έχει νέα σχεδίαση. Το πλαίσιο και η απόδοση του κινητήρα ελέγχονται με τρία προ-γράμματα που έχει στη διάθεσή του ο οδηγός και τα επιλέγει από δύο διακόπτες πάνω στο τιμόνι. Αυτά είναι τα GT, Sport και Sport+ και οι διαφορές ανάμεσά τους είναι παραπάνω από ευδιάκριτες. Σταδιακά, από το ένα πρόγραμμα στο άλλο, το αυτοκίνητο γίνεται όλο και πιο γρήγορο και απαιτητικό, αλλά για χρήση δρόμου και όχι για πίστα. Όταν επιλέξεις το Sport οι ψηφιακές ενδείξεις του στροφόμετρου αλλάζουν θέση και στο επάνω μέρος του οργάνου έχεις τις 6.000 rpm, ενώ στο πρόγραμμα GT στο ίδιο σημείο βρίσκονται οι 4.000 rpm.

Ηχητικά αλλάζει πολύ μετά τις 3.000 rpm και αποκτά μια άγρια χροιά που πολύ θα τη χαρούν οι petrolheads. Στις περισσότερες περιπτώσεις η επιλογή Sport είναι η καλύτερη, αφού συνδυάζει την άμεση απόκριση στο γκάζι με πολλή μηχανική πρόσφυση. Η απενεργοποίηση του ESP κρύβεται σε ένα υπομενού, όπως της Mercedes-Benz, και γίνεται σε δύο στάδια με τις ονομασίες Handling και Off. Αν και στη στεγνή άσφαλτο το Off προσφέρεται για να κάνεις τον χούλιγκαν των δρόμων, στη βρεγμένη έχουμε να κάνουμε με μια τελεί-ως διαφορετική πραγματικότητα. Από την άλλη, στο Sport+ μπαίνουν στο παιχνίδι πιο δυναμικά οι πρώτες σχέσεις του κιβωτίου και προκύπτει μεγαλύτερη «θεατρικότητα» από την ηχητική υπόκρουση με την οποία συνοδεύει τη λειτουργία του κινητήρα η εξάτμιση.

Εδώ το ηχητικό ερέθισμα θυμίζει συνδυασμό Wagner και Metallica. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της DBS, ωστόσο, είναι ότι σε κάθε περίπτωση διατηρεί την ψυχραιμία της, ανεξαρτήτως συνθηκών. Την οδηγήσαμε σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, στο αλπικό πέρασμα Grossglockner, που φημίζεται για την απαιτητική του χάραξη με τις αλλεπάλληλες στροφές, τις ανωφέρειες και τις κατωφέρειες, για να διαπιστώσουμε ότι σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής η DBS ενέπνεε σιγουριά και ήταν απόλυτα ήρεμη απέναντι στις προκλήσεις του δρόμου.

Η σκληρότητα του πλαισίου μοιάζει αυξημένη σε σχέση με την DB11, ενώ και η τελική σχέση μετάδοσης είναι πιο κοντή για να τονιστούν οι επιταχύνσεις. Το ηλεκτροϋδραυλικό σύστημα υποβοήθησης του τιμονιού δίνει ακριβώς την αντίσταση που περιμένεις από ένα αυτοκίνητο με αυτό το ύφος και είναι όσο γρήγορο πρέπει με 2,4 στροφές από τέρμα σε τέρμα. Έχει πολύ καλή επαναφορά στην ευθεία, αλλά θα θέλαμε να προσφέρει λίγη παραπάνω αίσθηση στα χέρια του οδηγού. Ο V12 είναι μεγάλος και βαρύς, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του όγκου του βρίσκεται πίσω από τον εμπρός άξονα και έτσι η κατανομή 51:49 του βάρους ανάμεσα στους άξονες γίνεται μια αισθητή πραγματικότητα. Στη διαδρομή μέσω Autobahn, από το Σάλτσμπουργκ στο Μόναχο, η Aston δείχνει ιδιαίτερα σταθερή και σίγουρη, γράφοντας 298 km/h με 6η και 356 km/h με 7η.

Παρά το γεγονός ότι η σχεδίαση του αυτοκινήτου είναι ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση της κάλυψης αποστάσεων με υπερυψηλές ταχύτητες, νιώθεις ότι κάποιες μικρές ανωμαλίες του οδοστρώματος μπορεί να σου χαλάσουν τα σχέδια για ήρεμη (όσο είναι δυνατό με πάνω από 300 km/h) μετακίνηση. Ένα ακόμα στοιχείο που θέλει αρκετή προσοχή είναι το εκρηκτικό kick down του κιβωτίου, που φέρνει σε δύσκολη θέση όλα τα συστήματα υποβοήθησης του οδηγού, πετυχαίνοντας πάντα τα όρια της λειτουργίας τους. Και όσο το οδόστρωμα είναι στεγνό δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Στο βρεγμένο, όμως, η βιαιότητα των κατεβασμάτων του κιβωτίου μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση ακόμα και έμπειρους οδηγούς αγώνων. Σε αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες ίσως είναι καλύτερα για τον οδηγό να επιλέγει χειροκίνητα τις αλλαγές των ταχυτήτων.

(Στο Sport+ μπαίνουν στο παιχνίδι πιο δυναμικά οι πρώτες σχέσεις του κιβωτίου και προκύπτει μεγαλύτερη «θεατρικότητα» από την ηχητική υπόκρουση με την οποία συνοδεύει τη λειτουργία του κινητήρα η εξάτμιση. Εδώ το ηχητικό ερέθισμα θυμίζει συνδυασμό Wagner και Metallica)

Σε κανένα σημείο της διαδρομής η Superleggera δεν μπορεί να κρύψει τον όγκο της. Παραμένει σταθερά ένα αυτοκίνητο του οποίου το βάρος παίζει σημαντικό ρόλο στα οδικά του χαρακτηριστικά, αν και αυτό δεν την εμποδίζει να είναι απόλυτα ακριβής στη διαδρομή που της ορίζει ο οδηγός από τη μια στροφή στην επόμενη. Ούτε η πιο πρόσφατη Vantage μπορεί να φτάσει την αίσθηση της απόλυτης εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται από τη μεριά του οδηγού προς το αυτοκίνητο χάρη στο πολύ καλό ταίριασμα κινητήρα- πλαισίου-κιβωτίου και φρένων. Το εσωτερικό του αυτοκινήτου μοιάζει ανακόλουθο.

Το τιμόνι δείχνει παλιακό, η εργονομία των χειριστηρίων είναι μέτρια και το ταμπλό είναι σαν να το έχει περιποιηθεί βελτιωτής. Χαμηλά στην κεντρική κονσόλα, τα χειριστήρια δημιουργούν ένα χάος που δύσκολα θα εξοικειωθεί κάποιος μαζί του, ενώ το σύστημα ψυχαγωγίας είναι απευθείας παραπομπή στην προηγούμενη γενιά της Μercedes-Benz C-Class. Η Aston Martin προφανώς και ξόδεψε πολλά για τα ηλεκτρονικά του αυτοκινήτου και την ηχητική του κινητήρα, αλλά μάλλον όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να θεωρηθεί το αυτοκίνητο ανταγωνιστικό απέναντι στις σύγχρονες προτάσεις των άλλων κατασκευαστών.

Παρά το γεγονός ότι είναι ένα μοντέλο του 2019, μην περιμένει κα-νείς να δει σύστημα head up display, καθίσματα που να κάνουν μασάζ, αλλά και κάποια από τα συστήματα που θεωρούνται βασικός εξοπλισμός και έχουν να κάνουν με την ασφάλεια των μετακινήσεων. Χώρια που τα πίσω καθίσματα οριακά τα λες καθίσματα… Oπως τα περισσότερα αυτοκίνητα του είδους, έτσι και η DBS είναι αρκετά ευάλωτη σε φθορές καθημερινής χρήσης. Οι ζάντες των 21” μπορούν να γρατσουνιστούν πολύ εύκολα από τη βούρτσα ενός αυτόματου πλυντηρίου, ενώ και το πλάτος του αυτοκινήτου, που με τους καθρέπτες φτάνει τα 2.146 mm, σίγουρα θα δημιουργήσει πρόβλημα στο πέρασμα κάποιου στενού δρόμου.

(Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της DBS, ωστόσο, είναι ότι σε κάθε περίπτωση διατηρεί την ψυχραιμία της, ανεξαρτήτως συνθηκών)

Φυσικά και δεν υπάρχει σύστημα ανύψωσης του μπροστινού μέρους για να προστατευτεί από επαφή το κάτω μέρος του αυτοκινήτου βγαίνοντας από υπόγειο parking ή περνώντας από κάποιο σαμαράκι. Εν τέλει, μπορεί να μην είναι τόσο ευέλικτη όσο η Vantage, αλλά έχει αυτό το μεγαλειώδες ύφος της DB11. Σου εμπνέει εμπιστοσύνη με τα χαρακτηριστικά της και για να αντιμετωπίσει το αυξημένο βάρος της η Aston την έχει προικίσει με κεραμικούς δίσκους στα φρένα, οι οποίοι μπορεί να μη φαίνονται σπουδαίοι στο αρχικό πάτημα του πεντάλ, είναι όμως αποτελεσματικοί και δίνουν ανυπέρβλητη σιγουριά στον οδηγό που θέλει να κατέβει γρήγορα έναν δρόμο με στροφές που θα τον φέρει στους πρόποδες των Αλπεων.

Μακριά από τους στενούς επαρχιακούς δρόμους η DBS προσφέρει πολλά περισσότερα από αυτά που μπορεί να ζητήσει ο οδηγός της. Στον ανοιχτό, χωρίς όριο ταχύτητας, δρόμο η Superleggera είναι ένα αμείλικτο τέρας. Η μέγιστη τιμή της ροπής φτάνει στα 91,7 kgm και μένει στο προσκήνιο σταθερά από τις 1.800 έως τις 5.000 rpm. Με 4η σχέση η Aston αναφέρει ότι από τα 130 έως τα 160 km/h η επιτάχυνση διαρκεί μόλις 4,2”.Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν η Aston Martin κατάφερε να κατασκευάσει το πρώτο super GT.Η απάντηση σε αυτό από εμάς είναι και «ναι» και «όχι». Οχι, διότι στη χαρά του πρώτου super GT έχουν μερίδιο τόσο η Ferrari με την GTC4 Lusso όσο και η Bentley με την Continental GT Speed, αλλά και η Mercedes-AMG με το θηριώδες AMG 63 Coupé. Η απάντηση όμως θα μπορούσε να είναι και «ναι», μια και οι επιδόσεις αλλά και η συμπεριφορά του αυτοκινήτου το τοποθετούν ανάμεσα στις καλύτερες προτάσεις της κατηγορίας.

Tech:
ASTON MARTIN DBS SUPERLEGGERA
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ: 5.204 cc 48V twin-turbo V12,
725hp @ 6.500rpm, 91.7 kgm @ 1.800-5.000 rpm
ΚΙΒΩΤΙΟ: Αυτόματο 8 Ταχυτήτων
ΜΕΤΑΔΟΣΗ: Πίσω
0-100 KM/h: 3,4” sec
ΤΕΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ: 340 km/h
ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ: 10,3 lt/100 km
CO2: 285 g/km
ΒΑΡΟΣ: 1.693 kg (στεγνό)
ΤΙΜΗ: €253.000 (Αγγλία)

Log In or Create an account