Ο εφοπλιστής που πούλησε τις Ferrari του – Η Ελλάδα δεν είναι Μονακό
STORIES
Υπάρχουν άνθρωποι που χτίζουν την εικόνα τους πάνω στον πλούτο τους, και υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ακριβώς το αντίθετο.
Ο Χάρης Βαφειάς ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία — και μάλιστα το εξηγεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ο εφοπλιστής με καταγωγή από τη Χίο, που σε ηλικία μόλις 26 ετών οδήγησε τη StealthGas στο Nasdaq γίνοντας ο νεότερος διευθύνων σύμβουλος εισηγμένης ναυτιλιακής εταιρείας σε οποιοδήποτε χρηματιστήριο, διαχειρίζεται σήμερα στόλο 97 πλοίων αξίας 2,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων και απασχολεί 2.500 ανθρώπους στη θάλασσα. Δεν είναι λοιπόν κάποιος που χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς μιλά τόσο ανοιχτά.
WHAT CAR
Σε εκτενή συνέντευξη στον Ανέστη Ευαγγελόπουλο στο AnesTea The Podcast, ο Βαφειάς αποκάλυψε κάτι που λίγοι αναμένουν από έναν άνθρωπο της θέσης του: πως σε κάποια φάση της ζωής του είχε Ferrari και Lamborghini — και τις έδωσε όλες. Και δεν το έκανε από οικονομική ανάγκη.
Η ιστορία αρχίζει νωρίς. Μόλις τελείωσε το πανεπιστήμιο — Bachelor και Master στη Ναυτιλία και τα Οικονομικά Εφοπλισμού στο Λονδίνο — ζήτησε από τον πατέρα του ένα δώρο. Και ο πατέρας του αγόρασε αυτό που ζήτησε: μια Ferrari. Η εμπειρία ήταν φανταστική, λέει ο ίδιος — ο ήχος, η αίσθηση, η ταχύτητα. Αλλά κάτι δεν κάθισε σωστά. Κυκλοφορώντας στην Αθήνα, ένιωσε πολύ γρήγορα ότι δεν του αρέσει να είναι αντικείμενο θαυμασμού. Η ματιά του κόσμου, το να σε κοιτάνε όταν περνάς, το να είσαι αυτόματα το επίκεντρο κάθε σκηνής — τίποτα από αυτά δεν του έδιναν ευχαρίστηση. Αντί για Ferrari, έβαλε ένα ιαπωνικό αυτοκίνητο εξίσου γρήγορο, που όμως δεν κάνει «μπαμ» στον δρόμο.
Αργότερα, στα χρόνια που ακολούθησαν, απέκτησε και άλλα supercars — Ferrari, Lamborghini. Και τα αποχωρίστηκε όλα. Η εξήγηση που δίνει είναι απλή και ταυτόχρονα βαθιά κοινωνική. Η Ελλάδα δεν είναι Μονακό. Στο Μονακό, μια Ferrari είναι απλώς ένα αυτοκίνητο ανάμεσα σε πολλά. Στην Κηφισίας, περνούν χίλια πεντακόσια «σαραβαλάκια» και μετά μια Ferrari. Δεν ήθελε να είναι αυτός ο ένας. Το ονομάζει επίπεδο ενσυναίσθησης — δεν θέλω να προκαλώ, λέει, σε μια χώρα που έχει πραγματικές δυσκολίες.
Αυτή η στάση δεν είναι απλώς ταπεινοφροσύνη για την κάμερα. Είναι κάτι που επαναλαμβάνεται με συνέπεια σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του. Λέει ότι γνωρίζει δέκα από τους πλουσιότερους Έλληνες που δεν έχουν σκάφος, και δέκα ακόμα που ταξιδεύουν με easyJet σε οικονομική θέση. Η ταπεινότητα, επισημαίνει, είναι συχνά γνώρισμα αυτών που έχουν πραγματικά πολλά. Αντίθετα, η επίδειξη είναι συνήθως ανάγκη αυτών που βρίσκονται στη μέση — οι μικρομεσαίοι που θέλουν να δείξουν ότι είναι μεγάλοι, που ξοδεύουν σαν πλούσιοι για να πουν «κι εγώ είμαι εδώ».
Δεν αποφεύγει να γίνει πιο συγκεκριμένος για το πώς χάνεται ένας μεγάλος πλούτος. Το πιο συνηθισμένο λάθος, εκτιμά, δεν είναι οι προσωπικές υπερβολές. Είναι η διαγενεακή μεταβίβαση και η λανθασμένη ανατροφή των παιδιών. Για να «πέσεις» από ένα υψηλό lifestyle χρειάζεσαι πραγματικές τρέλες, λέει. Το πρόβλημα είναι η επόμενη γενιά που μεγαλώνει χωρίς να ξέρει πώς δουλεύει ο κόσμος.
Η ίδια λογική τον οδήγησε, χρόνια πριν, να φτιάξει τη δική του εταιρεία αντί να συνεχίσει στην οικογενειακή. Με τον πατέρα του είχαν διαφορετικούς χαρακτήρες και διαφορετικές φιλοδοξίες — το ήξερε ότι αν δούλευαν μαζί θα υπήρχαν συνεχείς τριβές. Έφτιαξε λοιπόν τη StealthGas από την αρχή, αντιμετώπισε ανταγωνιστές που τον θεωρούσαν εύκολο στόχο επειδή ήταν νέος, και επέζησε. Οι ανταγωνιστές περιμένουν να γλιστρήσεις για να σε δαγκώσουν, λέει — εκεί πρέπει να δείξεις ότι είσαι από σίδερο.
Στο παρελθόν ζούσε μέσα σε δύο γιοτ, ώσπου να τελειώσει η πολυτελής βίλα του στην Εκάλη. Σήμερα, το καλοκαίρι, πηγαίνει μια βδομάδα σε ένα υψηλής ποιότητας θέρετρο με την οικογένειά του, και άλλες δύο βδομάδες στα Καλάβρυτα σε ένα απλό σπίτι ή σε ένα νησί που δεν είναι Μύκονος. Τα κυριλέ εστιατόρια, η συνοδεία, τα σούσι και οι εμφανίσεις — λέει ξεκάθαρα ότι δεν τον ενδιαφέρουν. Μεγάλωσε σε ευκατάστατη οικογένεια και έχει απομυθοποιήσει αυτό το σύμπαν.
Εξίσου ευθεία είναι η άποψή του για τους νέους ανθρώπους. Παραπονιέται ότι σπάνια δίνονται ουσιαστικές ευκαιρίες σε πολύ νέους — μπορεί ο κάποιος να είναι εξαιρετικά ταλαντούχος και να κάνει φωτοτυπίες για χρόνια επειδή κανείς δεν κάθεται να τον αξιολογήσει. Ο ίδιος ανταποκρίνεται σε αυτά που νιώθει ως αδικία δίνοντας το σταθερό του σε νέους που του ζητούν συμβουλές, τους μιλάει στο τηλέφωνο, και τους ζητά μόνο ένα πράγμα: αν τα καταφέρουν κάποτε, να του στείλουν ένα μήνυμα. Δεν το λέει για εντύπωση. Το λέει σοβαρά.
Ανάμεσα σε όσους θαυμάζει στον χώρο αναφέρει τον Θανάση Μαρτίνο και τον Βαγγέλη Μαρινάκη — για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αλλά και για τους δύο με έναν σεβασμό που δεν ακούγεται ούτε επιτηδευμένος ούτε κολακευτικός. Και από την παλιά γενιά; Ο Νιάρχος — γιατί όλοι έλεγαν Ωνάσης, και αυτός ήθελε να σπάει τα στερεότυπα ακόμα και εκεί.
Ο άνθρωπος που θα μπορούσε άνετα να κυκλοφορεί με τα πιο ακριβά αυτοκίνητα του κόσμου επέλεξε να τα πουλήσει. Όχι γιατί δεν μπορεί να τα έχει, αλλά γιατί δεν θέλει να είναι αυτός που τα έχει. Σε μια εποχή που η επίδειξη έχει γίνει κοινωνικός κανόνας και τα social media ανταμείβουν την εικόνα παραπάνω από την ουσία, αυτή η επιλογή δεν είναι μικρή. Είναι θέση.