Live Κίνηση
Περισσότερα
MIRROR

Οι αστοχίες του Ερυθρού Σταυρού με το πέρασμα των ετών

Ελλάδα 22:30
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
        string(99) "Οι αστοχίες του Ερυθρού Σταυρού με το πέρασμα των ετών"
    

Οι αστοχίες του Ερυθρού Σταυρού με το πέρασμα των ετών

MIRROR

Στις 20 Φεβρουαρίου 2026 στο Κίεβο, ο Πιέρ Κρένμπυλ, γενικός διευθυντής της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, παραδέχθηκε δημόσια για πρώτη φορά σε συνέντευξή του στο RFE/RL ότι η Ρωσία δεν παρείχε στη ΔΕΣΣΕ «το επίπεδο πρόσβασης που είχαμε ελπίσει» σε Ουκρανούς αιχμαλώτους πολέμου που κρατούσε.


Advertisement
Advertisement

Όταν ρωτήθηκε γιατί η ΔΕΣΣΕ δεν καταδίκαζε δημόσια τη Μόσχα, ο Κρένμπυλ απάντησε: «Η πεποίθησή μας, βασισμένη σε μια μακρά ιστορία εργασίας σε τέτοιες καταστάσεις, είναι ότι ο διμερής διάλογος – η διακριτική διπλωματία, θα μπορούσε κανείς να πει – λειτουργεί καλύτερα».

Όπως αναφέρει σε νέο του paper ο Όλεγκ Ποστέρνιακ, πολιτικός αναλυτής και μέλος του Συνδέσμου Επαγγελματιών Πολιτικών Συμβούλων στην Ουκρανία, η ίδια φόρμουλα – η διακριτική διπλωματία – καθόρισε μία από τις πιο σοβαρές αποφάσεις στην ιστορία του οργανισμού. Το καλοκαίρι του 1942, είχαν φτάσει ήδη στη Γενεύη πληροφορίες για την εξόντωση Εβραίων σε ναζιστικά στρατόπεδα. Η Συνέλευση της ΔΕΣΣΕ συζήτησε ένα προσχέδιο δημόσιας έκκλησης για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, το ετοίμασε, και αποφάσισε να μην το δημοσιεύσει, θεωρώντας ότι η έκκληση «δεν θα επιτύγχανε τα επιθυμητά αποτελέσματα». Η ΔΕΣΣΕ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση για τη γενοκτονία των Ευρωπαίων Εβραίων για το υπόλοιπο του πολέμου. Το 1995, ο πρόεδρος της ΔΕΣΣΕ Κορνέλιο Σομαρούγκα, στην τελετή για την πεντηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς, αναγνώρισε τον τρόπο με τον οποίο ο Ερυθρός Σταυρός αντιμετώπισε τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως μία από τις πιο σοβαρές αποτυχίες στην ιστορία του οργανισμού. Μεταξύ των δύο «διακριτικών διπλωματιών» βρίσκονται 84 χρόνια και ο ίδιος δογματικός τύπος, επισημαίνει στην ανάλυσή του ο Ποστέρνιακ.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2025, το γραφείο της ΔΕΣΣΕ στο Μπακού διέκοψε τη λειτουργία του – με απόφαση της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν. Το κλείσιμο ακολούθησε μια διαφωνία που διαρκούσε 30 σχεδόν χρόνια, σχετικά με το τι έκανε στην πράξη η ΔΕΣΣΕ στο Καραμπάχ: σε έδαφος διεθνώς αναγνωρισμένο ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν, ο οργανισμός λειτουργούσε μέσω των δομών της αντιμαχόμενες πλευράς (σ.σ. Αρμενίας) στο Στεπανακέρτ, τηρούσε τα δικά του μητρώα, κατέληγε στις δικές του συμφωνίες, και δεν μετέφερε τις συσσωρευμένες πληροφορίες στο κράτος το οποίο τη φιλοξενούσε.

Advertisement
Advertisement

Η ΔΕΣΣΕ: Ελβετικές ρίζες, παγκόσμια εντολή

Η ΔΕΣΣΕ περιγράφεται συχνά ως ένας υπερεθνικός ανθρωπιστικός φορέας. Στη νομική της μορφή είναι ένας ιδιωτικός ελβετικός οργανισμός με ειδικό διεθνές καθεστώς που κατοχυρώνεται σε συμφωνία του 1993 με την Ελβετική Συνομοσπονδία: οι εγκαταστάσεις και τα αρχεία του οργανισμού σε ελβετικό έδαφος είναι απαραβίαστα, το προσωπικό του απολαμβάνει ασυλιών, και εξωτερικά αιτήματα για πρόσβαση σε έγγραφα-ντοκουμέντα, ουσιαστικά αποκλείονται. Το ανώτατο όργανο της ΔΕΣΣΕ – η Συνέλευση – αποτελείται, σύμφωνα με το καταστατικό της, αποκλειστικά από Ελβετούς πολίτες, που επιλέγονται με εσωτερική ψηφοφορία.

Σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή Ποστέρνιακ, οι επαγγελματικές σταδιοδρομίες των δύο πιο πρόσφατων προέδρων του οργανισμού συνδέονται με το ελβετικό διπλωματικό σύστημα: η σημερινή πρόεδρος, Μίριανα Σπόλιαριτς Έγκερ, εντάχθηκε στη ΔΕΣΣΕ τον Οκτώβριο του 2022 απευθείας από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών· ο προκάτοχός της Πέτερ Μάουερ ήταν υφυπουργός στο ΥΠΕΞ και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελβετίας στον ΟΗΕ. Η Ελβετία είναι σημαντικός χρηματοδότης του οργανισμού: το 2024 η συνεισφορά της περιελάμβανε 80 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα σε βασική χρηματοδότηση και 56 εκατομμύρια φράγκα για προγράμματα ανά χώρα.

Advertisement

Τα όρια της ουδετερότητας

Το καλοκαίρι του 1942, η ανώτατη ηγεσία της ΔΕΣΣΕ είχε ήδη πληροφορίες για τη συστηματική εξόντωση των Ευρωπαίων Εβραίων. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο αντιπρόεδρος Καρλ Μπούρκχαρτ, ο επικεφαλής του οργανισμού κατά τα χρόνια του πολέμου, επιβεβαίωσε σε συνομιλία με τον Αμερικανό πρόξενο Πολ Σκουάιρ ότι ο Χίτλερ είχε διατάξει το Ράιχ να καταστεί «Judenfrei» – «ελεύθερο από Εβραίους». Ο Μπούρκχαρτ πρόσθεσε ότι, εφόσον δεν υπήρχe κάποιο μέρος για να εγκατασταθούν, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα.

Advertisement

Το ίδιο καλοκαίρι, με φόντο τον κλιμακούμενο ολοκληρωτικό πόλεμο, η Συνέλευση της ΔΕΣΣΕ ετοίμασε ένα σχέδιο δημόσιας έκκλησης για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το σχέδιο περιείχε τέσσερα σημεία: τον βομβαρδισμό αμάχων πόλεων, τους ναυτικούς αποκλεισμούς, τις απελάσεις και μαζικές εκτελέσεις αμάχων, και τη μοίρα αιχμαλώτων πολέμου που δεν προστατεύονταν από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1929. Το κείμενο κοινοποιήθηκε στα μέλη της Επιτροπής για γραπτή διαβούλευση, και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην ολομέλεια στις 14 Οκτωβρίου 1942. Η Συνέλευση αποφάσισε να μην δημοσιεύσει την έκκληση.

Στο paper του ο Ποστέρνιακ αναφέρει ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης και η αλληλογραφία των μελών της Επιτροπής, που εξέτασε ο ιστορικός Ζαν-Κλοντ Φαβέζ, δείχνουν ότι ακόμα και εκείνοι που υποστήριζαν την έκκληση παραδέχονταν τη ματαιότητά της: δεν θα σταματούσε την εξόντωση. Η ηγεσία της ΔΕΣΣΕ δεν ήθελε επίσης να χάσει την πρόσβαση σε Βρετανούς και Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου σε γερμανικά στρατόπεδα – η μόνη κατηγορία ατόμων με τους οποίους ο οργανισμός μπορούσε ακόμα να εργαστεί. Ο Φαβέζ, ωστόσο, δείχνει ότι ένας τρίτος παράγοντας αποδείχθηκε καθοριστικός: η θέση της ελβετικής κυβέρνησης, που είχε καταστήσει σαφές ότι μια δημόσια έκκληση θα ήταν ανεπιθύμητη. Η Ελβετία, της οποίας η οικονομία και η ασφάλεια εξαρτώνταν άμεσα από τις σχέσεις της με το γειτονικό Ράιχ, αντιμετώπιζε την ουδετερότητα ως όρο της δικής της επιβίωσης – και η ΔΕΣΣΕ, ένας ιδιωτικός ελβετικός οργανισμός, λειτουργούσε με βάση αυτή τη λογική. Τότε, ο Γερμανικός Ερυθρός Σταυρός βρισκόταν ήδη υπό πλήρη ναζιστικό έλεγχο· οι ηγέτες του, σύμφωνα με την ίδια τη ΔΕΣΣΕ, εμπλέκονταν σε διώξεις και γενοκτονία.

Σύμφωνα με όσα αποκαλύπτει ο Ποστέρνιακ, η ΔΕΣΣΕ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση για τη γενοκτονία των Ευρωπαίων Εβραίων για το υπόλοιπο του πολέμου. Το 1995, ο πρόεδρος της ΔΕΣΣΕ Κορνέλιο Σομαρούγκα, στην τελετή για την πεντηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς, αναγνώρισε τον τρόπο με τον οποίο ο Ερυθρός Σταυρός αντιμετώπισε τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως μία από τις πιο σοβαρές αποτυχίες στην ιστορία του οργανισμού. Η ίδια η ΔΕΣΣΕ περιγράφει τη σιωπή του 1942 ως την κύρια ιστορική αποτυχία της. «Μεταξύ εκείνης της σιωπής και του τύπου της «διακριτικής διπλωματίας» στην οποία επέστρεψε ο Πιέρ Κρένμπυλ τον Φεβρουάριο του 2026, έχουν περάσει 84 χρόνια, με την ίδια δογματική λογική να παραμένει: η εμπιστευτικότητα ως όρος πρόσβασης, η πρόσβαση ως ύψιστη αξία, η σιωπή ως τίμημα», καταλήγει ο Ουκρανός πολιτικός αναλυτής.

Advertisement

Η ιστορία του Καραμπάχ

Το 1992 η ΔΕΣΣΕ εγκαταστάθηκε στον Νότιο Καύκασο. Μέχρι το 1994 ο οργανισμός είχε συνάψει Μνημόνιο Συνεργασίας με τις de facto αρχές του μη αναγνωρισμένου καθεστώτος στο Στεπανακέρτ. Η ύπαρξη αυτής της συμφωνίας επιβεβαιώνεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών της Αρμενίας, όπου αναφέρεται ρητά ότι «ένα Μνημόνιο Κατανόησης συνήφθη μεταξύ του Αρτσάχ και της ΔΕΣΣΕ το 1994».

Σύμφωνα με έκθεση του 2007 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέχρι εκείνο το σημείο η ΔΕΣΣΕ είχε «γραφεία στο Ερεβάν, το Μπακού, την Τιφλίδα και μόνιμη παρουσία στις περιοχές του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας». Το πρόγραμμα συναντήσεων του εισηγητή έχει μεταξύ των συνομιλητών, μια ξεχωριστή επίσημη προσωπικότητα – τον «Επικεφαλής της Αποστολής Στεπανακέρτ». Οι αριθμοί επικοινωνίας της αποστολής στο Καραμπάχ, στα δελτία Τύπου της ΔΕΣΣΕ, ξεκινούσαν μονίμως με τον διεθνή κωδικό της Αρμενίας +374 – όχι του Αζερμπαϊτζάν – μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023.

Η ίδια έκθεση καταγράφει ένα άλλο χαρακτηριστικό του μοντέλου: η ΔΕΣΣΕ διατηρούσε μια ξεχωριστή επιτροπή για αγνοούμενους στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η οποία συνεργαζόταν στενά με την αρμενική επιτροπή και δεν είχε καμία αλληλεπίδραση με την αζέρικη. Στην αρχιτεκτονική για τον εντοπισμό των αγνοουμένων σε έδαφος διεθνώς αναγνωρισμένο ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν, η αζέρικη πλευρά τοποθετήθηκε εκτός του άξονα Καραμπάχ. Στην πράξη, αυτή η επιλογή σήμαινε την παράκαμψη της κυριαρχίας του Αζερμπαϊτζάν, για ανθρωπιστικούς λόγους, σημειώνει ο Όλεγκ Ποστέρνιακ, πολιτικός αναλυτής και μέλος του Συνδέσμου Επαγγελματιών Πολιτικών Συμβούλων στην Ουκρανία.

Κατά τη διάρκεια περισσότερων από τριάντα ετών εργασίας στο Αζερμπαϊτζάν, η ΔΕΣΣΕ πραγματοποίησε 1.376 επισκέψεις σε τόπους κράτησης, παρακολούθησε ατομικά 2.261 κρατουμένους, και κατέγραψε περίπου 4.000 υποθέσεις αγνοουμένων. Η κλίμακα του έργου ήταν σημαντική· το ίδιο και ο όγκος των μη αποκαλυφθεισών πληροφοριών που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των ετών. Ένα από τα μητρώα αφορά τα χρόνια 1998–2001. Σύμφωνα με δεδομένα από την Κρατική Επιτροπή του Αζερμπαϊτζάν για Αιχμαλώτους Πολέμου, Ομήρους και Αγνοούμενα Άτομα, σε εκείνα τα χρόνια αντιπρόσωποι της ΔΕΣΣΕ επισκέφθηκαν 54 Αζέρους πολίτες που κρατούνταν από τα μέρη της σύγκρουσης του Καραμπάχ. Δεκαεφτά σοροί επιστράφηκαν στη συνέχεια στην πατρίδα· τριάντα τρία άτομα δηλώθηκαν ότι πέθαναν σε αιχμαλωσία, αλλά τα λείψανά τους δεν παραδόθηκαν ποτέ· η μοίρα τεσσάρων παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Όσο για το τι ακριβώς είναι γνωστό για τη μοίρα αυτών των ανθρώπων μετά τις επισκέψεις των αντιπροσώπων, η ΔΕΣΣΕ δεν έχει μιλήσει δημόσια.

Ο Ποστέρνιακ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η απόκλιση στα αρχεία τεκμηριώνεται στην ίδια έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τον Ιούνιο του 2006, η Κρατική Επιτροπή κατέγραφε 4.604 άτομα αγνοούμενα ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του Καραμπάχ· το δικό της μητρώο της ΔΕΣΣΕ την ίδια ημερομηνία κατέγραφε 3.247. Για αυτή τη διαφορά στον αριθμό των 1.357 ατόμων μεταξύ των δύο καταλόγων δεν έχει δοθεί εξήγηση από τον οργανισμό, εδώ και δύο δεκαετίες. Το 2024, η αζέρικη πλευρά ζήτησε δημόσια τη βοήθεια της Αρμενίας για τον εντοπισμό των θέσεων ομαδικών τάφων σε εδάφη που είχαν παραμείνει υπό αρμενικό έλεγχο επί τριάντα χρόνια. Σύμφωνα με την Κρατική Επιτροπή, πληροφορίες για τις θέσεις ταφής – συμπεριλαμβανομένων των 33 πολιτών που πέθαναν σε αιχμαλωσία το 1998–2001 – δεν είχαν μεταφερθεί τη στιγμή του αιτήματος. Η ΔΕΣΣΕ, που είχε στην κατοχή της τα σχετικά αρχεία, δεν πήρε καμία δημόσια θέση για το αίτημα.

Το 2022–2023 ο διάδρομος Λατσίν έγινε η κεντρική αρένα της ανθρωπιστικής διαφωνίας για το Καραμπάχ: η ΔΕΣΣΕ μιλούσε για εμπόδια στην πρόσβαση, το Αζερμπαϊτζάν για έλεγχο της διαδρομής και καταχρήσεις του ανθρωπιστικού καθεστώτος. Σε αυτό το πλαίσιο, αζέροι συνοριοφύλακες κατά τη διάρκεια του 2023 κατέγραψαν επανειλημμένα στο σημείο ελέγχου Λατσίν οχήματα που έφεραν το έμβλημα της ΔΕΣΣΕ και μετέφεραν φορτίο άσχετο με την ανθρωπιστική εντολή: κινητά τηλέφωνα, τσιγάρα και βενζίνη. Σε δήλωση της 11ης Ιουλίου 2023, ο οργανισμός επιβεβαίωσε τα περιστατικά: τέσσερις μισθωμένοι οδηγοί είχαν χρησιμοποιήσει το έμβλημα του οργανισμού στα δικά τους οχήματα για τη μεταφορά εμπορικών αγαθών· οι συμβάσεις τους καταγγέλθηκαν, κάθε φορά μόνο αφού ένα νέο περιστατικό είχε καταγραφεί στο σημείο ελέγχου. «Το έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού είναι σύμβολο προστατευόμενο από το διεθνές δίκαιο που ανοίγει πρόσβαση σε μέρη όπου οι κοινοί μεταφορείς δεν γίνονται δεκτοί· η εμφάνισή του σε οχήματα που μεταφέρουν εμπορικό φορτίο δεν είναι ιδιωτική πρωτοβουλία ενός οδηγού αλλά αποτυχία ελέγχου του ίδιου του μέσου της ανθρωπιστικής πρόσβασης», εξηγεί ο Ποστέρνιακ.

Ουκρανία: Πέντε χρόνια ανισορροπίας

Στις πρώτες εβδομάδες της ολοκληρωτικής ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, η ΔΕΣΣΕ απομάκρυνε το προσωπικό της από τη Μαριούπολη – εργαζόμενοι σε άλλους ανθρωπιστικούς οργανισμούς που έμειναν στην πόλη σκοτώθηκαν. Τον Μάρτιο του 2022, ο πρόεδρος της ΔΕΣΣΕ Πέτερ Μάουερ ταξίδεψε στη Μόσχα και συναντήθηκε με τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Πλάνα του Μάουερ να σφίγγει το χέρι του Λαβρόφ με φόντο την καταστροφή της Μαριούπολης και οι αναφορές που είδαν το φως της δημοσιότητας για τη βίαιη απομάκρυνση Ουκρανών στη Ρωσία, προκάλεσαν θύελλα διαμαρτυρίας στην Ουκρανία. Το προσωπικό της ΔΕΣΣΕ, όπως ανέφερε το The New Humanitarian, περιέγραψε την επίσκεψη εσωτερικά ως «faux pas» – διπλωματικό λάθος. Κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, ο Μάουερ ζήτησε από τον Λαβρόφ άδεια να ανοίξει η ΔΕΣΣΕ γραφείο στο Ροστόφ-του-Ντον – τον κύριο προορισμό για Ουκρανούς που απομακρύνθηκαν από τη Μαριούπολη. «Αυτό το αίτημα μετέτρεψε αυτό που θεωρούνταν ως μια μικρή δυσαρέσκεια, σε ανοιχτή κρίση εμπιστοσύνης», σημειώνεται χαρακτηριστικά στο paper του Ουκρανού αναλυτή.

Τον Νοέμβριο του 2022, στη σύνοδο κορυφής της G20 στο Μπαλί, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε δημόσια ότι η Ουκρανία «δεν βρήκε υποστήριξη στη ΔΕΣΣΕ» στα ζητήματα των απελαθέντων παιδιών και του στρατιωτικού προσωπικού που κρατείται αιχμάλωτο, και περιέγραψε τη θέση του οργανισμού ως «αυτοαποκλεισμό» που οδηγεί στην «αυτοκαταστροφή του Ερυθρού Σταυρού ως οργανισμού που κάποτε ήταν σεβαστός». Μέχρι εκείνο το σημείο, σύμφωνα με την ουκρανική πλευρά, η Ρωσία είχε ήδη απομακρύνει χιλιάδες ουκρανικά παιδιά από την Ουκρανία – πολλά από αυτά τοποθετήθηκαν για υιοθεσία σε ρωσικές οικογένειες, έλαβαν ρωσική υπηκοότητα και τους δόθηκαν νέα ονόματα. Μέχρι την άνοιξη του 2023, η ΔΕΣΣΕ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση για το θέμα. Τον Μάρτιο του 2023, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον Πούτιν και την Ρωσίδα Επίτροπο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, Μαρία Λβόβα-Μπελόβα, συγκεκριμένα για την απέλαση και βίαιη μεταφορά παιδιών. Μόνο μετά από αυτό η ΔΕΣΣΕ επιβεβαίωσε ότι «συμμετείχε σε συζητήσεις» με τη Ρωσία για το θέμα των παιδιών.

Μέχρι το 2026, το ζήτημα δεν είχε επιλυθεί. Τον Μάρτιο του 2026, η Ανεξάρτητη Διεθνής Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ για την Ουκρανία διαπίστωσε ότι η απέλαση ουκρανικών παιδιών ισοδυναμούσε με έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και ότι το 80% των παιδιών στις περιπτώσεις που είχαν τεκμηριωθεί, δεν είχαν γυρίσει. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του τον Μάιο 2025, ανέφερε ρητά ότι η ΔΕΣΣΕ «δεν εκπληρώνει την αποστολή της» στη Ρωσία και στα κατεχόμενα εδάφη. «Σε ένα ζήτημα που διεθνείς θεσμοί χαρακτηρίζουν ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ένας οργανισμός του οποίου η εντολή απαιτεί ρητά να προστατεύει αμάχους σε κατεχόμενα εδάφη, δεν έχει πάρει ακόμα καμία δημόσια θέση», υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά.

Όταν η ουδετερότητα αποτυγχάνει

Στο συμπέρασμα του, ο Όλεγκ Ποστέρνιακ, πολιτικός αναλυτής και μέλος του Συνδέσμου Επαγγελματιών Πολιτικών Συμβούλων στην Ουκρανία, καταλήγει πως μια εντολή για ανεμπόδιστη ανθρωπιστική πρόσβαση βασίζεται στην εμπιστοσύνη. Μόλις αυτή η εμπιστοσύνη καταρρεύσει, το μοντέλο παύει να λειτουργεί – ανεξάρτητα από το αν κατοχυρώνεται στις Συμβάσεις της Γενεύης. Το 1942, η ΔΕΣΣΕ παρέμενε σιωπηλή για ένα έγκλημα που ήδη γνώριζε· η σιωπή διήρκεσε μέχρι το τέλος του πολέμου.

«Στο Αζερμπαϊτζάν, τριάντα χρόνια συνεργασίας με μία μη αναγνωρισμένη πλευρά χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίαρχου κράτους, τερματίστηκαν με το κλείσιμο της αντιπροσωπείας. Στην Ουκρανία, η εμπιστευτικότητα έχει βρει απέναντί της ένα κράτος που χαρακτηρίζει δημόσια τη σιωπή του οργανισμού ως συνενοχή σε εγκλήματα – και διεθνείς θεσμούς που καταγράφουν αυτή τη σιωπή. Τρεις καταστάσεις, ένα δόγμα, ένα αποτέλεσμα: ο οργανισμός χάνει αυτό επάνω στο οποίο βασίζεται ο λόγος ύπαρξής του.

Η διπλωματική απόφαση του Μπακού την άνοιξη του 2025 δεν έμοιαζε με ξαφνική πράξη εκδίκησης – ήρθε ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διάβρωσης των ορίων μεταξύ ανθρωπιστικής παρουσίας και πολιτικής παρέμβασης.

Ένα μοντέλο εργασίας χτισμένο γύρω από την παροχή απόλυτης πρόσβασης, εξασφαλισμένης από απόλυτη εμπιστευτικότητα, παραπαίει ολοένα και περισσότερο σε κράτη που απαιτούν συγκρίσιμο βαθμό λογοδοσίας από έναν διεθνή διαμεσολαβητή. Η ΔΕΣΣΕ έχει φύγει από το Αζερμπαϊτζάν· τα αρχεία της αποστολής Καραμπάχ παραμένουν υπό ελβετική νομική προστασία. Στην Ουκρανία, ο τύπος της «διακριτικής διπλωματίας» στον οποίο επέστρεψε ο Πιέρ Κρένμπυλ τον Φεβρουάριο του 2026 συνεχίζει να διέπει τη λογική λειτουργίας του οργανισμού, τη στιγμή που ένα κράτος-μέλος του ΟΗΕ περιγράφει δημόσια αυτή τη σιωπή ως συνενοχή σε εγκλήματα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ουκρανός αναλυτής.