«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Τι αγοράζει η Ελλάδα από το Ισραήλ και πώς θα προστατεύει τη χώρα
MIRROR
Η Ελλάδα περνά στην τελική φάση για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας, αντιπυραυλικής προστασίας και αντιμετώπισης drones, με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» να αποτελεί το μεγαλύτερο και τεχνολογικά πιο σύνθετο αμυντικό πρόγραμμα των τελευταίων ετών.
Οι συμφωνίες με το Ισραήλ έχει προγραμματιστεί να υπογραφούν τη Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026 στο Τελ Αβίβ, μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της ισραηλινής SIBAT και των αμυντικών εταιρειών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
WHAT CAR
Το κόστος του αντιαεροπορικού σκέλους υπολογίζεται περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ, αν και σε διεθνή δημοσιεύματα αναφέρεται ανώτατο ύψος έως 3,5 δισ. ευρώ, ανάλογα με το εύρος των πυρομαχικών, της τεχνικής υποστήριξης και των επιμέρους υποσυστημάτων που περιλαμβάνονται.
Η απόφαση έχει ήδη εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ και μετά την υπογραφή αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την παράδοση. Το πρόγραμμα θα αναπτυχθεί σταδιακά, με στόχο να είναι πλήρως επιχειρησιακό μέσα σε 35 μήνες.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι ένα μόνο οπλικό σύστημα ούτε ένας κυριολεκτικός θόλος πάνω από την Ελλάδα. Είναι ένα ενιαίο δίκτυο από ραντάρ, αισθητήρες, κέντρα διοίκησης, ηλεκτρονικά συστήματα και διαφορετικούς τύπους αναχαιτιστικών πυραύλων.
Σκοπός του είναι να εντοπίζει εγκαίρως μια απειλή, να την αναγνωρίζει, να υπολογίζει την πορεία της και να επιλέγει το καταλληλότερο διαθέσιμο μέσο για την αντιμετώπισή της. Η απειλή μπορεί να είναι ένα μικρό drone, ένα μαχητικό αεροσκάφος, ένας πύραυλος cruise ή ένας τακτικός βαλλιστικός πύραυλος.
Τα τρία ισραηλινά συστήματα που δημιουργούν τον νέο θόλο
Η χαμηλότερη και πλέον ευέλικτη ζώνη προστασίας αναμένεται να βασιστεί στο αυτοκινούμενο SPYDER All-in-One της Rafael. Πρόκειται για ένα κινητό σύστημα που συγκεντρώνει στο ίδιο όχημα το ραντάρ, το κέντρο ελέγχου και έως οκτώ πυραύλους.
Το SPYDER προορίζεται κυρίως για την προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αεροδρομίων, λιμανιών, ενεργειακών υποδομών και κρίσιμων σημείων απέναντι σε αεροσκάφη, ελικόπτερα, drones και κατευθυνόμενα πυρομαχικά.
Ανάλογα με τον πύραυλο που χρησιμοποιεί, μπορεί να πραγματοποιήσει αναχαιτίσεις σε αποστάσεις έως 15 χιλιομέτρων με Python-5, έως 20 χιλιομέτρων με I-Derby και έως 40 χιλιομέτρων με I-Derby ER. Η μέγιστη αναφερόμενη ακτίνα αφορά τις τεχνικές δυνατότητες του συστήματος και όχι κατ’ ανάγκη την ακριβή ελληνική διαμόρφωση, η οποία δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Το μεγάλο πλεονέκτημά του είναι η κινητικότητα. Μπορεί να μεταφέρεται γρήγορα, να αλλάζει θέση ώστε να δυσκολεύει τον εντοπισμό του και να τίθεται σε κατάσταση μάχης μέσα σε λίγα λεπτά. Αυτή η δυνατότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική για το ανάγλυφο και τη γεωγραφία της Ελλάδας.
Στη μεσαία και μεγαλύτερη ζώνη θα βρίσκεται το BARAK MX της Israel Aerospace Industries. Είναι ένα δικτυοκεντρικό σύστημα αεράμυνας που μπορεί να χρησιμοποιεί διαφορετικούς πυραύλους από κοινούς εκτοξευτές, ανάλογα με την απόσταση και το είδος της εισερχόμενης απειλής.
Η οικογένεια περιλαμβάνει αναχαιτιστές με αναφερόμενες εμβέλειες 15, 35, 70 και 150 χιλιομέτρων. Έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση μαχητικών αεροσκαφών, drones, υποηχητικών και υπερηχητικών πυραύλων cruise, καθώς και ορισμένων κατηγοριών τακτικών βαλλιστικών πυραύλων.
Το BARAK MX μπορεί να λειτουργεί με διαφορετικά ραντάρ και αισθητήρες και να εμπλέκει ταυτόχρονα πολλαπλούς στόχους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση μαζικής επίθεσης, όπου διαφορετικές απειλές εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Στην ανώτερη αντιπυραυλική βαθμίδα τοποθετείται το David’s Sling. Πρόκειται για σύστημα που έχει αναπτυχθεί από κοινού από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, με κύριο ανάδοχο τη Rafael και συμμετοχή της Raytheon. Το ραντάρ του προέρχεται από την ELTA της IAI, ενώ το κέντρο διαχείρισης μάχης έχει αναπτυχθεί από την Elbit Systems.
Το David’s Sling χρησιμοποιείται για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, μεγάλων ρουκετών, πυραύλων cruise, αεροσκαφών και UAV. Ο αναχαιτιστής του είναι δύο σταδίων και έχει σχεδιαστεί ώστε να πλήττει απευθείας τον στόχο.
Σε αντίθεση με όσα συχνά αναφέρονται, το επιβεβαιωμένο ελληνικό πρόγραμμα δεν αφορά αγορά του Iron Dome. Η ελληνική αρχιτεκτονική θα αξιοποιήσει διαφορετικά ισραηλινά συστήματα, προσαρμοσμένα στις πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις, στη νησιωτική γεωγραφία και στις ανάγκες προστασίας ολόκληρης της επικράτειας.
Πώς θα προστατεύεται η Ελλάδα
Η πραγματική δύναμη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν βρίσκεται μόνο στο βεληνεκές των πυραύλων της. Βρίσκεται κυρίως στη σύνδεση όλων των διαθέσιμων μέσων σε ένα κοινό ψηφιακό περιβάλλον διοίκησης και ελέγχου.
Τα νέα ισραηλινά ραντάρ θα συνεργάζονται με ελληνικούς αισθητήρες, με τα υφιστάμενα Patriot, με τα συστήματα επιτήρησης των Ενόπλων Δυνάμεων και με τις μη κινητικές δυνατότητες αντιμετώπισης drones που έχουν ήδη αναπτυχθεί σε νησιά και κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές.
Όταν εντοπίζεται ένας στόχος, τα δεδομένα θα συγκεντρώνονται στο ενιαίο σύστημα διοίκησης. Εκεί θα γίνεται αξιολόγηση της ταχύτητας, του ύψους, της κατεύθυνσης και του πιθανού σημείου πρόσκρουσης. Στη συνέχεια θα επιλέγεται το καταλληλότερο και οικονομικότερο μέσο αναχαίτισης.
Ένα μικρό drone, για παράδειγμα, δεν είναι λογικό να αντιμετωπίζεται πάντοτε με έναν πανάκριβο πύραυλο μεγάλης εμβέλειας. Μπορεί να εξουδετερωθεί με ηλεκτρονικές παρεμβολές, anti-drone σύστημα ή αναχαιτιστή μικρότερου κόστους. Αντίθετα, ένας βαλλιστικός πύραυλος απαιτεί ταχύτερο και ισχυρότερο σύστημα ανώτερης βαθμίδας.
Αυτή ακριβώς είναι η έννοια των επάλληλων ζωνών: αν μία απειλή περάσει από την πρώτη γραμμή άμυνας, θα συναντήσει δεύτερη και, όπου απαιτείται, τρίτη δυνατότητα αναχαίτισης.
Η προτεραιότητα αναμένεται να δοθεί στη Θράκη, στο ανατολικό Αιγαίο, στις αεροπορικές και ναυτικές βάσεις, στα κέντρα διοίκησης, στα λιμάνια και στις ενεργειακές υποδομές. Σταδιακά το δίκτυο θα επεκταθεί στην ηπειρωτική χώρα, σχηματίζοντας μια κοινή επιχειρησιακή εικόνα.
Κανένα σύστημα αεράμυνας δεν μπορεί να εγγυηθεί απόλυτη προστασία, ιδιαίτερα απέναντι σε μαζικές επιθέσεις κορεσμού. Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από τον αριθμό των εκτοξευτών και των διαθέσιμων πυραύλων, την έγκαιρη προειδοποίηση, τη διασπορά των μονάδων και την ταχύτητα αναπλήρωσης των πυρομαχικών.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ωστόσο, αλλάζει δραστικά το επίπεδο άμυνας της χώρας. Περιορίζει τα κενά μεταξύ διαφορετικών συστημάτων και δίνει στις Ένοπλες Δυνάμεις τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν πολλές κατηγορίες απειλών μέσα από ένα κοινό δίκτυο.
Παράλληλα, θα επιτρέψει τη σταδιακή απόσυρση παλαιότερων ρωσικής προέλευσης αντιαεροπορικών μέσων. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έχει ήδη χαρακτηρίσει τους S-300 «απερχόμενο τμήμα» του ελληνικού οπλοστασίου, χωρίς να έχουν ανακοινωθεί ακόμη όλες οι λεπτομέρειες για το χρονοδιάγραμμα και την τύχη τους.
Η νέα αρχιτεκτονική αναμένεται επίσης να αποδεσμεύσει μέρος των Rafale, των F-16 Viper, των μελλοντικών F-35 και των νέων φρεγατών από τη διαρκή αποστολή χωρικής άμυνας. Έτσι, τα αεροσκάφη και τα πλοία θα μπορούν να αξιοποιούνται περισσότερο στον ευρύτερο ρόλο αποτροπής για τον οποίο σχεδιάστηκαν.
Σημαντικό τμήμα της συμφωνίας αποτελεί η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό άνω του 25%. Το έργο που θα περάσει σε περίπου 12 ελληνικές εταιρείες υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει τα 700 εκατ. ευρώ και θα αφορά παραγωγή εξαρτημάτων, ηλεκτρονικά, λογισμικό, οχήματα, διασύνδεση αισθητήρων, εγκαταστάσεις και τεχνική υποστήριξη.
Μεταξύ των εταιρειών που έχουν αναφερθεί βρίσκονται οι METLEN, Scytalys, Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, ΕΑΒ, Prisma, Ionics, UniSystems και Sthenos, χωρίς να έχει παρουσιαστεί δημοσίως η πλήρης κατανομή του έργου.
Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η ελληνική ιδιοκτησία και ο έλεγχος του λογισμικού διοίκησης και διασύνδεσης. Η δυνατότητα πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα θα επιτρέψει στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να εξελίσσουν την αρχιτεκτονική, να προσθέτουν νέους αισθητήρες και όπλα και να μην εξαρτώνται μόνιμα από έναν ξένο κατασκευαστή.
Η ευρύτερη «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν περιορίζεται μόνο στον αντιαεροπορικό θόλο που αγοράζεται τώρα από το Ισραήλ. Στο τελικό της σχήμα περιλαμβάνει προστασία από πυραύλους, αεροσκάφη και drones, αλλά και άμυνα στον θαλάσσιο και υποθαλάσσιο χώρο, μαζί με δυνατότητες κυβερνοάμυνας και αξιοποίησης δορυφορικών δεδομένων.
Πρόκειται ουσιαστικά για τη μετάβαση από ανεξάρτητα οπλικά συστήματα σε μία ενιαία ψηφιακή αμυντική αρχιτεκτονική. Ένα δίκτυο που θα βλέπει νωρίτερα, θα αποφασίζει ταχύτερα και θα μπορεί να απαντά με το κατάλληλο μέσο σε κάθε διαφορετική απειλή.
Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις