Μαζική η εγκατάλειψη του πετρελαίου και της βενζίνης
Mobility
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στις διεθνείς αγορές ενέργειας είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που γνωρίζαμε πριν από λίγα χρόνια. Για δεκαετίες, κάθε πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλούσε πανικό, εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και φόβους για παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Σήμερα όμως συμβαίνει κάτι πρωτοφανές.
Παρά τις σοβαρές αναταράξεις στον Περσικό Κόλπο, μεγάλες ποσότητες αργού πετρελαίου δυσκολεύονται να βρουν αγοραστές, ενώ αρκετές πωλούνται ακόμη και με σημαντικές εκπτώσεις.
Πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια βαθιά αλλαγή που εξελίσσεται εδώ και χρόνια. Ο κόσμος προσπαθεί σταδιακά να απεξαρτηθεί από τα ορυκτά καύσιμα και η αυτοκίνηση βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης.
Η προσφορά και η ζήτηση είναι οι δύο παράγοντες που καθορίζουν διαχρονικά την τιμή του πετρελαίου. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέτρεψε και τις δύο πλευρές της εξίσωσης.
Πριν από τη σύγκρουση, τόσο ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) όσο και ο ΟΠΕΚ προέβλεπαν ότι η παραγωγή πετρελαίου θα παρέμενε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο προκάλεσαν το μεγαλύτερο σοκ προσφοράς των τελευταίων δεκαετιών.
Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι όταν τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν ξανά και περισσότερα από 200 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου διοχετεύθηκαν στις διεθνείς αγορές, οι αγοραστές δεν έσπευσαν να τα αποκτήσουν.
Η QatarEnergy και η ADNOC των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αναγκάστηκαν να μειώσουν τις τιμές τους κατά 6 έως 9 δολάρια ανά βαρέλι για να βρουν αγοραστές στη Νοτιοανατολική Ασία, ενώ περισσότερα από 18 εκατομμύρια βαρέλια παρέμεναν για ημέρες αποθηκευμένα σε δεξαμενόπλοια περιμένοντας αγοραστή.
Ακόμη δυσκολότερη ήταν η θέση του Ιράν. Παρότι κατάφερε να εξάγει περίπου 70 εκατομμύρια βαρέλια μετά τη χαλάρωση ορισμένων κυρώσεων, ουσιαστικά μοναδικός σημαντικός αγοραστής παρέμεινε η Κίνα. Ακόμη όμως και αυτή μείωσε τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου από περίπου 1,5 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως σε μόλις 630.000 βαρέλια ημερησίως.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan, η παγκόσμια ζήτηση παραμένει περίπου 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
Η Κίνα αλλάζει τις ισορροπίες
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αλλαγής προέρχεται από την Κίνα. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, που αποτελεί και τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου, μείωσε σημαντικά τις εισαγωγές αργού.
Πριν από τον πόλεμο εισήγαγε περισσότερα από 12 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Σήμερα οι εισαγωγές υποχώρησαν κάτω από τα 8 εκατομμύρια βαρέλια, σύμφωνα με στοιχεία της Signal Ocean Research.
Από τη μία πλευρά λοιπόν, το Πεκίνο αξιοποιεί τα τεράστια στρατηγικά αποθέματα που δημιούργησε τα προηγούμενα χρόνια. Διαθέτει ακόμη περίπου 1,9 δισεκατομμύρια βαρέλια στις δεξαμενές του, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 117 ημέρες κατανάλωσης.
Από την άλλη όμως, υπάρχει και μια πολύ βαθύτερη αλλαγή.
Η αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην Κίνα αναπτύσσεται με εκρηκτικούς ρυθμούς. Μέσα σε λίγους μήνες ο αριθμός των ηλεκτρικών οχημάτων στους δρόμους αυξήθηκε περίπου κατά 33%, περιορίζοντας τη ζήτηση για βενζίνη και ντίζελ. Παράλληλα, η κινεζική κυβέρνηση περιόρισε την παραγωγή βενζίνης και πετρελαίου στα διυλιστήρια, προσαρμόζοντας την αγορά στις νέες ενεργειακές συνθήκες.
Το αυτοκίνητο βρίσκεται στο επίκεντρο
Η μεγαλύτερη αλλαγή όμως δεν αφορά μόνο τις κυβερνήσεις ή τις πετρελαϊκές εταιρείες.
Αφορά τον ίδιο τον οδηγό.
Ο ιδιοκτήτης ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου δεν εξαρτάται πλέον καθημερινά από το πρατήριο καυσίμων. Επιστρέφει στο σπίτι, συνδέει το αυτοκίνητό του στον φορτιστή όπως ακριβώς φορτίζει κάθε βράδυ το κινητό του τηλέφωνο και το επόμενο πρωί ξεκινά με γεμάτη καύσιμα.
Αυτή η νέα καθημερινότητα μειώνει σταδιακά την κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου σε όλο τον κόσμο.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν ήδη επενδύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ στην ηλεκτροκίνηση, γνωρίζοντας ότι η αγορά μετακινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Νέα εργοστάσια μπαταριών δημιουργούνται στην Ευρώπη, στην Κίνα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ σχεδόν όλοι οι μεγάλοι κατασκευαστές αυξάνουν χρόνο με τον χρόνο το ποσοστό των ηλεκτρικών μοντέλων στις πωλήσεις τους.
Η μεγάλη οικονομική διαφορά
Η οικονομία είναι ίσως ο σημαντικότερος λόγος που ολοένα και περισσότεροι οδηγοί εγκαταλείπουν τα συμβατικά καύσιμα.
Ένα σύγχρονο βενζινοκίνητο αυτοκίνητο 1.600 κ.εκ. καταναλώνει περίπου 7 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα.
Με μέση τιμή αμόλυβδης περίπου 1,85 ευρώ ανά λίτρο, το κόστος διαμορφώνεται περίπου στα: 7 λίτρα × 1,85 ευρώ = 12,95 ευρώ ανά 100 χιλιόμετρα.
Αντίθετα, ένα σύγχρονο ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρειάζεται περίπου 17 kWh για την ίδια απόσταση.
Με οικιακή φόρτιση και μέση τιμή ηλεκτρικού ρεύματος περίπου 0,16 ευρώ ανά kWh, το κόστος είναι: 17 kWh × 0,16 ευρώ = 2,72 ευρώ ανά 100 χιλιόμετρα.
Η διαφορά αγγίζει λοιπόν τα 10 ευρώ ανά 100 χιλιόμετρα.
Για έναν οδηγό που διανύει 15.000 χιλιόμετρα τον χρόνο, αυτό μεταφράζεται σε εξοικονόμηση περίπου 1.500 ευρώ ετησίως μόνο από την ενέργεια, χωρίς να υπολογίζονται τα χαμηλότερα έξοδα συντήρησης ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου.
Η Ελλάδα ακολουθεί
Στην Ελλάδα, ο στόλος παραμένει από τους γηραιότερους της Ευρώπης, με μέσο όρο ηλικίας που ξεπερνά τα 18 έτη. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα αλλάζει σταδιακά. Το δίκτυο δημόσιων φορτιστών επεκτείνεται συνεχώς, ενώ ολοένα και περισσότεροι ιδιοκτήτες εγκαθιστούν wallbox στις κατοικίες τους ή φορτίζουν στους χώρους εργασίας τους.
Παράλληλα, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις στρέφονται σε ηλεκτρικούς εταιρικούς στόλους, μειώνοντας το λειτουργικό τους κόστος και περιορίζοντας την εξάρτησή τους από τις διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου.
Οι αναλυτές διαφωνούν για το πότε θα επανέλθει η ζήτηση. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η Κίνα θα χρειαστεί σύντομα να αναπληρώσει τα στρατηγικά της αποθέματα, γεγονός που θα αυξήσει ξανά τις εισαγωγές. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει υποχώρηση της ζήτησης μέσα στο 2026, ο ΟΠΕΚ εξακολουθεί να προβλέπει αύξηση, ενώ η JPMorgan εκτιμά ότι η αγορά θα παραμείνει σχεδόν αμετάβλητη.
Ανεξάρτητα όμως από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει. Η ηλεκτροκίνηση, οι αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί κανονισμοί, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η επιθυμία των καταναλωτών να μειώσουν το κόστος μετακίνησης διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα.
Το πετρέλαιο θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό ενεργειακό αγαθό για πολλά ακόμη χρόνια. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από έναν αιώνα κυριαρχίας, απέναντί του έχει έναν αντίπαλο που δεν επηρεάζεται από πολέμους, αποκλεισμούς θαλάσσιων οδών ή γεωπολιτικές κρίσεις. Είναι το ηλεκτρικό αυτοκίνητο, το οποίο ο οδηγός μπορεί να φορτίζει κάθε βράδυ στο σπίτι του, όπως ακριβώς φορτίζει το κινητό του τηλέφωνο. Και αυτή η αλλαγή, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, εξηγεί γιατί η παγκόσμια αγορά πετρελαίου δεν λειτουργεί πλέον όπως στο παρελθόν.
Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις