Live Κίνηση
Περισσότερα
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Πόσους μισθούς χρειάζεται ο Έλληνας σήμερα για να πάρει ένα μικρό αυτοκίνητο;

Ελλάδα 11:52
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
        string(142) "Πόσους μισθούς χρειάζεται ο Έλληνας σήμερα για να πάρει ένα μικρό αυτοκίνητο;"
    

Πόσους μισθούς χρειάζεται ο Έλληνας σήμερα για να πάρει ένα μικρό αυτοκίνητο;

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ένα μικρό αυτοκίνητο ιδιαίτερα απαραίτητο για τη εργασία, τις οικογενειακές υποχρεώσεις και τις καθημερινές μετακινήσεις παραμένει ακόμα μία μεγάλη οικονομική επιβάρυνση για τον Έλληνα εργαζόμενο. Συμφέρει όμως μεταχειρισμένο;

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newsauto.gr on Google
Advertisement
Advertisement

Με μεσο προϋπολογισμό κοντά στις 22.000 ευρώ (υπάρχουν και φθηνότερα, αλλά και ακριβότερα), η αγορά του απαιτεί χρήματα που δύσκολα συγκεντρώνονται από έναν μισθό, ιδιαίτερα όταν προηγούνται το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ και οι λογαριασμοί.


Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν ο αγοραστής στρέφεται στα πρόσφατα μεταχειρισμένα. Εκεί όπου περιμένει μια ουσιαστική έκπτωση για τα χρόνια και τα χιλιόμετρα που έχουν ήδη διανυθεί, συναντά και ζητούμενες τιμές που πλησιάζουν εκείνες ενός καινούργιου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το μικρότερο αρχικό ποσό δεν συνεπάγεται απαραίτητα χαμηλότερο συνολικό κόστος.

Η εικόνα της ελληνικής αγοράς τον Οκτώβριο του 2026 περιλαμβάνει διαφορετικές επιλογές και προσφορές. Ενδεικτικά, η Opel διαφημίζει το Corsa από 19.100 ευρώ, με προωθητικό πρόγραμμα, ενώ το Toyota Yaris ξεκινά από 21.750 ευρώ. Επομένως, τα 22.000 ευρώ αποτελούν ένα χρήσιμο σημείο αναφοράς για τη σύγκριση με τους μισθούς, χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα μικρά αυτοκίνητα κοστίζουν τόσο.

Advertisement
Advertisement

Το Yaris, που αποτέλεσε την αφετηρία της σχετικής συζήτησης, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: η έκδοση Hybrid 115 αποδίδει 116 ίππους, διαθέτει αυτόματο κιβώτιο e-CVT και ανακοινωμένη κατανάλωση από 3,8 λίτρα/100 χλμ. Το ερώτημα της οικονομικής πρόσβασης, όμως, αφορά οποιοδήποτε μικρό αυτοκίνητο αντίστοιχης αξίας.

Από την 1η Απριλίου 2026, ο κατώτατος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώνεται στα 920 ευρώ μικτά. Στο παράδειγμα του υπουργείου Εργασίας για εργαζόμενο άνω των 30 ετών, χωρίς παιδιά και χωρίς προσαύξηση τριετιών, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές είναι περίπου 772 ευρώ. Το καθαρό ποσό διαφοροποιείται ανάλογα με την προσωπική και μισθολογική περίπτωση.

Με αυτή τη βάση, ένα αυτοκίνητο των 21.750 ευρώ αντιστοιχεί σε 23,6 μικτούς ή περίπου 28,2 καθαρούς μηνιαίους μισθούς. Στα 22.000 ευρώ, η αναλογία ανεβαίνει στους 23,9 μικτούς και στους 28,5 καθαρούς μισθούς.

Advertisement

Χρειάζεται, ωστόσο, μια ουσιαστική διευκρίνιση: οι 28,5 μισθοί δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με 28,5 ημερολογιακούς μήνες εργασίας. Με πλήρη ετήσια απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα και συνυπολογισμό δώρων και επιδόματος αδείας, οι 14 καταβολές των περίπου 772 ευρώ αντιστοιχούν σε περίπου 10.808 ευρώ τον χρόνο. Συνεπώς, τα 22.000 ευρώ ξεπερνούν λίγο δύο ολόκληρα ετήσια καθαρά εισοδήματα, με σταθερές αυτές τις αποδοχές.

Και αυτό προϋποθέτει ότι ο εργαζόμενος διαθέτει κάθε ευρώ στο αυτοκίνητο. Χωρίς κανένα έξοδο διαβίωσης και χωρίς οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη.

Advertisement

Η δυσκολία δεν περιορίζεται στους χαμηλότερα αμειβόμενους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, ο μέσος μικτός μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 1.516 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος πλήρους και μερικής απασχόλησης διαμορφωνόταν στα 1.362,66 ευρώ. Ένα αυτοκίνητο των 22.000 ευρώ αντιστοιχεί, αντίστοιχα, σε περίπου 14,5 και 16,1 τέτοιους μικτούς μηνιαίους μισθούς, πριν αφαιρεθούν κρατήσεις και καθημερινές δαπάνες.

Στην πράξη, καθοριστικό είναι το ποσό που περισσεύει. Με αποταμίευση 200 ευρώ κάθε μήνα, η συγκέντρωση 22.000 ευρώ απαιτεί εννέα χρόνια και δύο μήνες. Ακόμη και με 300 ευρώ τον μήνα, χρειάζονται περίπου έξι χρόνια και ένας μήνας. Πρόκειται για απλούς υπολογισμούς με σταθερή τιμή αγοράς, χωρίς απόδοση αποταμίευσης ή έσοδο από πώληση προηγούμενου αυτοκινήτου.

Η χρηματοδότηση επιτρέπει την άμεση απόκτηση, προσθέτει όμως μια σταθερή υποχρέωση στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Σε ένα καθαρά υποθετικό παράδειγμα αγοράς 22.000 ευρώ, με προκαταβολή 4.400 ευρώ και δάνειο 17.600 ευρώ για 60 μήνες, σταθερό ετήσιο επιτόκιο 8% και χωρίς πρόσθετες χρεώσεις, η μηνιαία δόση υπολογίζεται περίπου στα 357 ευρώ.

Advertisement

Μόνη της απορροφά περίπου το 46% των 772 ευρώ, πριν προστεθούν καύσιμα, ασφάλιση και συντήρηση. Το συνολικό ποσό αγοράς, μαζί με τους τόκους και την προκαταβολή, πλησιάζει τις 25.812 ευρώ. Οι πραγματικές προσφορές διαφέρουν, γι’ αυτό η σύγκριση χρειάζεται να περιλαμβάνει την προκαταβολή, όλες τις δόσεις, τις χρεώσεις και τυχόν μεγάλη τελική δόση.

Το μεταχειρισμένο χάνει το πλεονέκτημά του όταν η διαφορά μικραίνει υπερβολικά. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο για τον αγοραστή που αναζητά οικονομικότερη λύση στην Ελλάδα.

Ενδεικτικά, σε αγγελία διατίθεται Peugeot 208 Hybrid 110 ίππων, έκδοσης Style, με πρώτη κυκλοφορία τον Μάιο του 2025 και 9.055 χιλιόμετρα, στα 19.800 ευρώ. Παράλληλα, άλλη εμπορική αγγελία προσφέρει καινούργιο 208 Hybrid 110 ίππων, έκδοσης Style Plus, στα 21.500 ευρώ. Η διαφορά των αναγραφόμενων τιμών είναι 1.700 ευρώ, δηλαδή μόλις 7,9% της τιμής του καινούργιου. Οι εκδόσεις εξοπλισμού διαφέρουν και οι τελικοί όροι αγοράς χρειάζονται επιβεβαίωση, αλλά η μικρή απόσταση αξίζει προσοχή.

Αντίστοιχα, εμφανίζεται Yaris του Ιουνίου 2024, με 22.012 χιλιόμετρα, στα 21.500 ευρώ, ποσό πολύ κοντά στην τιμή εκκίνησης ενός καινούργιου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ο πωλητής αναφέρει πλούσια έκδοση εισαγωγής: συνεπώς, δεν πρόκειται για απολύτως ισοδύναμη σύγκριση με τη βασική έκδοση των 21.750 ευρώ.

Οι αγγελίες αποτυπώνουν ζητούμενες τιμές, όχι επιβεβαιωμένες τιμές πώλησης, ούτε τον μέσο όρο ολόκληρης της αγοράς. Δείχνουν, ωστόσο, ότι ο αγοραστής μπορεί να συναντήσει μεταχειρισμένα που διεκδικούν σχεδόν τον ίδιο προϋπολογισμό με ένα καινούργιο.

Για κάποιον που θέλει πρωτίστως αξιόπιστη καθημερινή μετακίνηση, μια πλουσιότερη έκδοση μεταχειρισμένου δεν είναι αυτομάτως προτιμότερη από μια λιγότερο εξοπλισμένη καινούργια. Η ηλικία, τα χιλιόμετρα, η κατάσταση, η εγγύηση και οι επόμενες ανάγκες συντήρησης έχουν επίσης οικονομική αξία.

Εφόσον το μεταχειρισμένο χρειαστεί σύντομα ελαστικά, φρένα ή μια σημαντική εργασία συντήρησης, μέρος της αρχικής εξοικονόμησης μπορεί να εξαφανιστεί. Γι’ αυτό η μικρή διαφορά τιμής χρειάζεται να αξιολογείται μετά από τεχνικό έλεγχο και με συγκεκριμένη εικόνα των άμεσων εξόδων.

Υπάρχει, όμως, ακόμη ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται: η αξία του αυτοκινήτου όταν έρθει η ώρα να πουληθεί ξανά.

Η σωστή σύγκριση περιλαμβάνει τόσο το ποσό αγοράς όσο και εκείνο που θα επιστρέψει στον ιδιοκτήτη κατά τη μεταπώληση. Όποιος αγοράσει σήμερα καινούργιο και το κρατήσει πέντε χρόνια, θα πουλήσει ένα πενταετές αυτοκίνητο. Όποιος αγοράσει σήμερα ένα αντίστοιχο τριετές και το κρατήσει επίσης πέντε χρόνια, θα πουλήσει ένα οκταετές.

Εφόσον οι υπόλοιποι παράγοντες είναι συγκρίσιμοι, η διαφορά ηλικίας και συνολικών χιλιομέτρων μπορεί να αποτυπωθεί στην τιμή μεταπώλησης. Έτσι, η πρόσθετη αρχική δαπάνη για το καινούργιο μπορεί να επιστραφεί ακόμη και με το παραπάνω, εάν η μελλοντική διαφορά αξίας ξεπεράσει τη σημερινή διαφορά αγοράς.

Ένα υποθετικό παράδειγμα εξηγεί τον μηχανισμό. Έστω καινούργιο αυτοκίνητο 22.000 ευρώ και αντίστοιχο μεταχειρισμένο 19.500 ευρώ. Ο πρώτος αγοραστής καταβάλλει επιπλέον 2.500 ευρώ. Αν, μετά από πέντε χρόνια χρήσης, το πρώτο πουληθεί 13.000 ευρώ και το δεύτερο 10.000 ευρώ, η διαφορά στη μεταπώληση φτάνει τις 3.000 ευρώ.

Σε αυτό το σενάριο, η απώλεια αξίας είναι 9.000 ευρώ για το αυτοκίνητο που αγοράστηκε καινούργιο και 9.500 ευρώ για εκείνο που αγοράστηκε μεταχειρισμένο. Άρα, ο πρώτος ιδιοκτήτης ανακτά την αρχική διαφορά και επιπλέον 500 ευρώ, εξετάζοντας αποκλειστικά την αγορά και την πώληση.

Οι συγκεκριμένες μελλοντικές τιμές είναι παραδοχές υπολογισμού, όχι πρόβλεψη ή εγγύηση. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το μοντέλο, τη ζήτηση, την κατάσταση, τα χιλιόμετρα και τις τιμές των καινούργιων εκείνη την περίοδο. Τόκοι, ασφάλιση, συντήρηση και το κόστος δέσμευσης περισσότερων χρημάτων μπορούν επίσης να μεταβάλουν τη σύγκριση.

Η χαμηλή κατανάλωση βοηθά στον λογαριασμό χρήσης, αλλά χρειάζεται και αυτή σωστή αποτίμηση. Μια πραγματική διαφορά ενός λίτρου ανά 100 χιλιόμετρα αντιστοιχεί σε 150 λίτρα καυσίμου τον χρόνο για οδηγό που διανύει 15.000 χιλιόμετρα. Το χρηματικό όφελος εξαρτάται από την τιμή του καυσίμου και πρέπει να συγκρίνεται με την πρόσθετη δαπάνη αγοράς.


Για τον Έλληνα αγοραστή, επομένως, ένα ακριβό πρόσφατο μεταχειρισμένο χρειάζεται ισχυρή αιτιολόγηση. Η τιμή του πρέπει να προσφέρει ουσιαστικό όφελος αφού ληφθούν υπόψη η ηλικία, η χρήση που έχει προηγηθεί και τα έξοδα που ακολουθούν. Διαφορετικά, η αγορά του μπορεί πράγματι να αποδειχθεί ασύμφορη απέναντι σε μια καλή προσφορά καινούργιου.

Η δυσκολία είναι ότι ακόμη και η οικονομικά καλύτερη επιλογή μπορεί να παραμένει απρόσιτη. Όταν ένα μικρό αυτοκίνητο απαιτεί πάνω από δύο ετήσια καθαρά εισοδήματα στον κατώτατο μισθό, ενώ ένα πρόσφατο μεταχειρισμένο εξοικονομεί μόλις ένα περιορισμένο μέρος αυτού του ποσού, το περιθώριο επιλογής για τον εργαζόμενο στενεύει δραματικά.


Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις